Παρασκευή, 23 Ιουνίου 2017

O ΑΝΕΜΟΣ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ , ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ , ΜΟΥΣΙΚΗ

Zephyrus and the gentle breeze Aura. (detail) -  Sandro Botticelli
The Birth of Venus 


Κατερίνα Αγγελάκη - Ρουκ - Επίλογος αέρας

Ο αέρας σηκώνει τα κρίματά μας ψηλά,
τα στροβιλίζει για λίγο μακριά
απ’ τις κουτές σκευωρίες μας
και τ’ αφήνει να πέσουν πάλι στη γη˙
εκεί ν’ ανθίσουν.
Νωπές ακόμη παίρνει τις λεξούλες
να, εκεί έλα,
τις ακουμπάει στις κορφές
των αισιόδοξων δέντρων
και τις καθίζει μετά στο χώμα
σαν αναμνηστικά ξεραμένα τίποτα.
Ο αέρας σηκώνει τα σχισμένα φύλλα
της μικρής νουβέλας
κι όπως ανεβαίνουν, γίνεται ευανάγνωστη
η σελίδα της ζωής μας, για να διαβαστεί κάποτε στη νηνεμία
σαν ένα νόημα που μας δόθηκε ακέραιο.
 Dance of the Wind and Storm by Thomas Blackshear


Ιωάννα Αθανασιάδου - ΕΜΒΑΤΗΡΙΑ ΤΩΝ ΑΝΕΜΩΝ

Ξανθά κυπαρισσόμηλα στις σφεντόνες μας,
οι άνεμοι, αγαπημένοι ημεροδείκτες στο καράβι κάποιου Οδυσσέα.
Αμέριμνοι σφυρίζουμε στις ερημιές.
Αφουγκραζόμαστε τη θάλασσα
να παλεύει με τις γοργόνες του ορίζοντα.
Ακουμπάμε ολόσωμοι στον βυθό
για να γευτούμε την αιωνιότητα.
Χαμογελαστοί μες στην πρόφαση της θνητότητάς μας.
Ελεύθεροι μες στην απεραντοσύνη.
Ήσυχοι στα ξαφνικά για όσα ποτέ δεν καταλάβαμε,
γαλήνιοι
όσο τα μαντολίνα του ανέμου,
όσο τα σταυρωμένα χέρια στο στήθος μιας άνοιξης
που προσπέρασε,
όσο τα γλαροπούλια στα καταστρώματα του ήλιου.
Αναπαυόμαστε στις λεύκες των παιδικών ονείρων.
Το αλώνι του φεγγαριού
μας υπόσχεται μιαν αναμέτρηση με τους αγγέλους.
Ποιος θα τραγουδήσει τα εμβατήρια
των γενναίων μας παραμυθάδων;
Ποιος θα πληρώσει τους αμαξάδες
που μας οδήγησαν στην άλλη όχθη των ημερών μας;
Στα γυμνά μονοπάτια γέροντες ουράνιοι
μας περιμένουν εορταστικοί.
Γερτοί στα μανουάλια των ονείρων,
ολόσωμοι στα εικονοστάσια της ψυχής.
Ποιος θα σβήσει το καντήλι στην κάμαρή τους;


Big Wind painting by James Morrison, 1992 

Νικηφόρος Βρεττάκος - Αυγουστιάτικος άνεμος

«Είναι τόση η γαλήνη, που δεν ξέρω αν υπάρχουν
καρδιές χωριστές – τόσα μάτια, όσα βλέπουν
αυτή τη στιγμή: ζώα, ψάρια, φυτά και πουλιά
κι αδερφοί το στερέωμα, πάμφωτο, διάφανο, ανάμεσα
στην κάτασπρη γύρη του.
Νιώθω μέσα στο στήθος μου
την καρδιά μου νερό που χορεύει και νιώθω
σα να ‘μαι ένας διάττοντας που πέφτοντας στάθηκε
για λίγο μετέωρος και γύρισε πάλι, φωτεινός και
χαρούμενος,
προς τα πάνω. Ψυχή μου! Τι σε θέλω, ψυχή μου; Τι
κάθεσαι και
δε γίνεσαι μέλισσα; Δυο γραμμούλες φωτός,
δυο αστεράκια οι κεραίες σου – πέταξε, πρόλαβε, τρέξε,
ένα γύρο, δυο γύρους, τρεις γύρους, να φέρεις
φωτιά στην κυψέλη σου.

Ψυχή μου, χαρά μου, τι κάθεσαι μέλισσα;
Άνοιξαν όλα τα λουλούδια του σύμπαντος.»

  Blowing In The Wind by Richard Jules

Γ. Δροσίνης - Ο Ήλιος και ο Αέρας 

Ο Αέρας θύμωσε,
με τον Ήλιο μάλωσε.
Ὁ Αέρας έλεγε:
– Είμαι δυνατότερος!

Και  ο Ήλιος έλεγε:
– Σε  περνώ στη  δύναμη!
Ένας γέρος γεωργός
με τη  μαύρη κάπα του
στο  χωράφι πήγαινε.

Ο Αέρας λάλησε:
– Όποιος έχει δύναμη
παίρνει από τον  γέροντα
τη  χονδρή την κάπα του

Φύσησε, ξεφύσησεν,
έσκασε στὸ φύσημα,
άδικος ο κόπος του.
Κρύωσεν ο γέροντας
και διπλά τυλίχθηκε
στη χονδρή την κάπα του.

Μα  κι ο Ήλιος λάλησε:
– Όποιος έχει δύναμη
παίρνει από το γέροντα
τη χονδρή την κάπα του!

Ἔφεξεν ολόλαμπρος,
καλοσύνη σκόρπισε,
κι έβγαλεν ο γέροντας
τη  χονδρή την κάπα του.

Πάλι ξαναλάλησε:
– Άκουσε και μάθε το,
σε περνώ στη δύναμη,
γιατί πας με το  κακό
κι εγώ πάω με το  καλό!

 The Gust of Wind, c.1865-70by Jean-Baptiste-Camille Corot

Νίκος  Εγγονόπουλος - ΠΕΡΙ ΑΝΕΜΩΝ, ΥΔΑΤΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ

       …balancant le feston et l’ourlet…
                     CH. BAUDELAIRE
φυσάει ο άνεμος
του φθινοπώρου
και σαρώνει
πάνω στο πλακόστρωτο της αυλής
τα ξερά φύλλα
που επέσαν απ’ τα δέντρα
σκισμένες επιστολές
κουρέλια
πόθους
ελπίδες
όνειρα

άλλοτε ο άνεμος φυσά
κι’ ανοίγει τρύπες στο νερό
απ’ όπου αναβλύζουν
τα δάκρυα των ψαριών
λουλούδια
φραντζόλες
πόθοι
ελπίδες
όνειρα

κι’ άλλοτε ο άνεμος φυσά
και σε όχι πολύ παρωχημένες εποχές
«μούντερνε» κάτω από τις μακρυές τις φούστες
των ωραίων γυναικών
κι’ έφτανε μέχρι
τα ευγενικά τους κάλλη
τα μυστικά

Από το βιβλίο: Νίκου Εγγονόπουλου, «Στην κοιλάδα με τους ροδώνες» 

 Le coup de vent , Jean-François Millet

Μάνος Ελευθερίου - Η δόξα των ανέμων

«Οχτώ Νοέμβρη. Εποχή των χρυσανθέμων –
γυαλί σπασμένο το κορμί σου καταγής.
Ντυμένη θαύματα στη δόξα των ανέμων
τον αιματόφυρτο καιρό αιμορραγείς.

Οχτώ Νοέμβρη πια ποτέ δε θα ξανάρθει
σαν θεατρίνα που έχει σβήσει αλκοολική
κι ένα παιδί που μεγαλώνει μες στη στάχτη
θα διδαχτεί απ’ τους θεούς τη μαντική.

Μες στα νεκρά τα καφενεία πέφτει χιόνι
κι έξω περνάει μια κηδεία της συμφοράς.
Των αισθημάτων λάμπει πάντοτε το αφιόνι
σ’ ένα κουτί μέσα κλεισμένο ζαφοράς.

Πρέπει να μάθεις να διαβάζεις το σκοτάδι
σαν ένα σώμα, στην αρχή συλλαβιστά.
Να κατακτήσεις και το μπλέ που είναι στον Άδη.
Να ιδρώνουν θάνατο οι χορδές και τα πνευστά.

Σ’ ένα δωμάτιο τρεις γιατροί συλλογισμένοι
πίνουν θανάτους μιας ζωής πριν μ’ αρνηθεί.
Και συνεχώς με ψηλαφίζουν σαστισμένοι
γιατί το μέλλον μου λυσσάει για να σωθεί.

Παλιά φεγγάρια της αγάπης τα μπακίρια.
Πλεχτές κουβέρτες με τοπάζι και χρυσό.
Μυρίζουν κίτρινο και δάφνη τα σανίδια
και πίνω αρώματα και οινόπνευμα να ζω.

Μες στις βελόνες του ένας ράφτης καρφωμένος –
διαμάντια το αίμα του, καρφίτσες και κλωστές.
Ένα παλτό μεταποιεί σαν μαγεμένος
να το φορέσουν των ανέμων εραστές.

Οχτώ Νοέμβρη και το σπίτι ταξιδεύει
σ’ ενός σουλτάνου τις αυλές ψηφιδωτό.
Του σώματός μας τα κρυφά και τα ερέβη
μόνο της τέχνης μας φυλούν την κιβωτό.

Ποιμένες άγγελοι στα μωβ των αθανάτων
πενθούν και ψάλλουν τη μεσίστια ζωή.
Κι εγώ στο έλεος πενθώ των αοράτων
και των προβάτων που πηγαίνουν για σφαγή.

Απόψε τίποτα δεν έχεις να δηλώσεις.
Η νομιμότητά σου εξωπραγματική.
Αρκεί σαν γράμμα τη ζωή σου να διπλώσεις
κι ύστερα παίζεις κοπτική και ραπτική.

Οχτώ Νοέμβρη. Εορτή των Αρχαγγέλων.
Των Μιχαήλ και Γαβριήλ Ταξιαρχών.
Δεν έχει νόημα πως κάψαμε το μέλλον.
Το κέρδος μένει και σωμάτων και ψυχών.

Κι όπως τις ροζ τις εποχές των χρυσανθέμων
πλανόδιοι θίασοι πουλούσαν μαγικά
έτσι κι εσύ μέσα στη δόξα των ανέμων
τα αινίγματά σου αθροίζεις με μηδενικά.»
(Η Πόρτα της Πηνελόπης, 2003)



Louis-Collins Ejeh - Effect of The Wind on Human Lives

Ο. Ελύτης - Άνεμος της Παναγίας

«Σε μια παλάμη θάλασσας γεύτηκες τα πικρά χαλίκια
Δύο η ώρα το πρωί περιδιαβάζοντας τον έρημο Αύγουστο
Είδες το φως του φεγγαριού να περπατεί μαζί σου
Βήμα χαμένο. Ή αν δεν ήτανε η καρδιά στη θέση της
Ήταν η θύμηση της γης με την ωραία γυναίκα
Η ευχή που λαχτάρησε μεσ’ απ’ τους κόρφους του βασιλικού
Να τη φυσήξει ο άνεμος της Παναγίας!
Ώρα της νύχτας! Κι ο βοριάς πλημμυρισμένος δάκρυα
Μόλις ερίγησε η καρδιά στο σφίξιμο της γης
Γυμνή κάτω από τους αστερισμούς των σιωπηλών της δέντρων
Γεύτηκες τα πικρά χαλίκια στους βυθούς του ονείρου
Την ώρα που τα σύννεφα λύσανε τα πανιά
Και δίχως ήμαρτον κανέν’ από την αμαρτία χαράχτηκε
Στα πρώτα σπλάχνα του ο καιρός. Μπορείς να δεις ακόμη
Πριν από την αρχική φωτιά την ομορφιά της άμμου
Όπου έπαιζες τον όρκο σου κι όπου είχες την ευχή
Εκατόφυλλη ανοιχτή στον άνεμο της Παναγίας!»
(Ο. Ελύτης, Προσανατολισμοί)


 Jan Porcellis - Σκάφη σε δυνατό άνεμο, 1630


Ο Ελύτης Ο Ηλιος ο Ηλιάτορας 

ΑΝΕΜΟΙ

Άκου κι εμάς που μόλις εγυρίσαμε
νησιά και πολιτείες που γνωρίσαμε
Κρήτη και Μυτιλήνη Σάμο κι Iκαριά
Νάξο και Σαντορίνη Ρόδο Κέρκυρα
Σπίτια μεγάλα κι άσπρα σπίτια βουερά
πάνω στη μαύρη πέτρα πάνω στα νερά
Ξάνθη Θεσσαλονίκη Βέροια Καστοριά
Γιάννενα Μεσολόγγι Σπάρτη και Μυστρά
Καμπαναριά και στέγες μες στη συννεφιά
κι όλα μαζί μια λύπη και μιαν ομορφιά

 Vladimir Kush: "wind"


Ο Ελύτης  - Ο Ηλιος ο Ηλιάτορας 

ΑΝΕΜΟΣ ΠΡΩΤΟΣ


Θέλω καράβια σπρώχνω θέλω σταματώ
Τα δυο βουνά χωρίζω και τα περπατώ
Μες στις αγάπες μπαίνω και ζαλίζομαι
κι από τα μυστικά τους αντραλίζομαι
Σ' όλους το παραγγέλνω σ' όλους το μηνώ
Τρώγεται ο νους του ανθρώπου μόνο αλίμονο.


  Andrew Wyeth,Wind from the Sea


Ο Ελύτης  -Ο Ηλιος ο Ηλιάτορας 

ΑΝΕΜΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ

Ανάθεμα την ώρα ποιος ορίζει εδώ
το ανάποδο βαφτίζει και το λέει σωστό
Του αδύναμου το δίκιο μήτε λέει ποτέ
βγαίνει τη νύχτα μέρα και τ' ορκίζεται
Όπου μεγάλη πόρτα πίσω της αυτός
κάνεις να την ανοίξεις γίνεται άφαντος.

 Sizonenko Yuri - Wind


Ο Ελύτης - Ο Ηλιος ο Ηλιάτορας 

ΑΝΕΜΟΣ ΤΡΙΤΟΣ


Κάμποι της Σαλονίκης κι όρη του Μοριά
που 'ν' τα παρμένα κάστρα που 'ναι τα χωριά
Μες στον αέρα κοίτα μισοφέγγαρο
κοίτα κορίτσι πράμα που να το χαρώ
Δευτέρα μεγαλώνει Τρίτη πολεμά
Τετάρτη γονατίζει Πέμπτη ξεψυχά.

 Angela Morgan  - west wind


Ο Ελύτης  -Ο Ηλιος ο Ηλιάτορας 

ΑΝΕΜΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΣ


Δρόμοι περπατημένοι κι απερπάτητοι
Ποιος τους εδιάβη πέρα ποιος δεν τους πατεί
Μα ο που τους πήρε κι ήμπε μες στα αίματα
Μήτε Θεός μήτ' άλλος δεν τον σταματά
Κατακαημένη πλάση που σε γήτεψαν
Όλ' οι τρελοί του κόσμου κι εστρατήγεψαν!





John William Waterhouse - Windflowers

Νίκος Καρούζος - Ο ΕΧΕΜΥΘΟΣ ΑΝΕΜΟΣ ΑΠ’ ΤΑ ΥΨΩΜΑΤΑ


Βάζοντας τη φτέρνα του ενός ποδιού στη μύτη του άλλου
ειρωνεύομαι συνήθως το περπάτημα
την αμοίραστη σκέψη κατορθώνοντας που δραπετεύει
μόνη της
απ’ του καιρού τα αναρίθμητα, του χώρου τα ειωθότα.
(Θα ‘πρεπε να προσθέσω ίσως πως ο άνεμος εμποδίζει το κέρδος.)
Εγώ τη ζωή μου την έχασα κι αυτό ειν’ η άρρωστη
κουλουριασμένη μου ευτυχία.
Είναι μια φράση τούτη που σήμερα την ξελεπιάζω.
Τα επίγεια λέει κάπου ο Ιησούς – και τα επίγεια -,
συντρίβοντας τους πλαστούς ουρανούς ανάμεσα στα άμφια.
Για σκέψου το καλά -: ο θάνατος ν’ απόκειται στην άνθηση
να γεύεται τη γεύση μας μυρίζοντας τέτοια ζωντανίλα…
Σιχάθηκα τους στίχους τα βοερά σκάνδαλα των λέξεων.
Εσύ δεν είσαι ο νυμφίος της διάνοιας ο προικοθήρας
(του όντος η εξεύρεση)
κάτι ορέγεσαι εσύ να απαστράπτει κρεμάμενος
απάνω απ’ τους λαίμαργους κρημνούς της ορατότητας
την έμμονη σκιά σου γυρεύοντας από χάμω ναν την ξεριζώσεις
οπουδήποτε στην κίνηση ή στην ευλάβεια δίχως εκκλησία:
τη θρυμματίζουσα τον εαυτό της ακινησία.







Paul Falconer Poole  - Crossing the Heath, Windy Day (1836) 

Τάσος Λειβαδίτης  - Νυχτερινός άνεμος

«Κάποτε θα εγκαταλείψω όλες τις προσδοκίες μου για να γεννηθεί
ένας λόγος αληθινός
οι νύχτες μου αγρύπνησαν πάνω στο στήθος των αγαλμάτων
κι άξαφνα ένας τρελός φώναζε κι έβγαινε ο κούκος του φεγγαριού
είμαι λυπημένος σαν μια μικρή άρρωστη που της αρνήθηκαν τον
κήπο
και φυσικά ερχόταν από πολύ μακριά όπως κάθε κίνδυνος
ενώ το γέλιο της γυναίκας κελάρυζε απαλά σαν βυζαντινό τροπά-
ριο
παιδικές ικασίες γραμμένες στον άνεμο
ω λησμονιά…»



"Wind-blown Woman On The Beach" by Al Buell

Τάσος Λειβαδίτης - Ο άνεμος του Νοεμβρίου

«Τώρα όμως βράδιασε.
Ας κλείσουμε την πόρτα κι ας κατεβάσουμε τις κουρτίνες
γιατί ήρθε ο καιρός των απολογισμών.
Τί κάναμε στη ζωή μας;
Ποιοι είμαστε; Γιατί εσύ κι όχι εγώ;
Καιρό τώρα δε χτύπησε κανείς την πόρτα μας κι ο ταχυδρόμος έχει
αιώνες να φανεί. Α, πόσα γράμματα, πόσα ποιήματα
που τα πήρε ο άνεμος του Νοεμβρίου. Κι αν έχασα τη ζωή μου
την έχασα για πράγματα ασήμαντα: μια λέξη ή ένα
κλειδί, ένα ένα χτες ή ένα αύριο
όμως οι νύχτες μου έχουν πάντα ένα άρωμα βιολέτας
γιατί θυμάμαι. Πόσοι φίλοι που έφυγαν χωρίς ν’ αφήσουν διεύθυνση,
πόσα λόγια χωρίς ανταπόκριση
κι η μουσική σκέφτομαι είναι η θλίψη εκείνων που δεν πρόφτασαν
ν’ αγαπήσουν.




Woman in red dress by Pamela Alderman.

Βύρων Λεοντάρης - Ξερίζωσέ με, άνεμε, ξερίζωσέ με

«Ξερίζωσέ με, άνεμε, ξερίζωσέ με
πάρε μου τα πουλιά,
πάρε μου τ’ άνθη και τα φύλλα
τίναξε από τις ρίζες μου το χώμα της καρδιάς του, στέγνωσέ με
κάνε με αστραπή να δέρνομαι στα ουράνια.

Μπροστά στο μέγα ρίγος, ποιο το φως,
ποια η φτωχούλα αυτή δροσιά ζωής που μας πλανεύει
στους σκοτεινούς βυθούς της ύπαρξής μας,
ρόδο βαρύ στριφογυρνώντας κατεβαίνει
μαδώντας μέσα στα νερά τα ματωμένα πέταλά του- έτσι
γδυτός απ’ όλους τους παραδείσους
όποιος μπορεί να βαστήξει την ανάσα του για πάντα
να ξεχειλίσει μ’ ένα μόνο του σφυγμό άξαφνα τον κόσμο, αυ-
τός μονάχα
ας μπει στην απεραντοσύνη του έρωτα και του θανάτου.
Κρατώ κρύα μάνταλα της πόρτας και χτυπάω το μέτωπο
μου στο κατώφλι που ποτέ, ποτέ, ποτέδε θα ξαναδια-
βούν τ’ αγαπημένα πόδια,
σβήνω τους κήπους σαν φωτιές επάνω στο κορμί μου
χιονίζω λόγια απόκοσμα τις νύχτες.

Να ‘ταν να σ’έδινε ξανά πίσω σε μας η μοίρα σου
να ‘ρχόσουν συναπάντημα άξαφνο στους ιδρωμένους δρόμους
κι ω, να γινόσουν πάλι σάρκα
ανάσα γύρω απ’ τη γυμνή μου απελπισία
αίμα ανθισμένο στο αίμα μου
χαλάρωμα χεριών στα μεθυσμένα μου μαλλιά
ω, να γινόσουν πάλι σάρκα…
-ξερίζωσέ με, άνεμε, ξερίζωσέ με.»
(Βύρων Λεοντάρης, «Ανασύνδεση», 1962).



A Walk In The Clouds.- Nancy Quiaoit

Αντόνιο Ματσάδο - Ο άνεμος, μια μέρα λαμπερή

Ο άνεμος, μια μέρα λαμπερή, κάλεσε την ψυχή μου με μια μυρωδιά γιασεμιού.
«σε αντάλλαγμα για τη μυρωδιά του γιασεμιού μου, θα ήθελα όλη τη μυρωδιά απ’ τα τριαντάφυλλά σου. »
«δεν έχω κανένα τριαντάφυλλο• όλα τα λουλούδια στον κήπο μου είναι νεκρά.»
«τότε λοιπόν, θα πάρω τα μαραμένα πέταλα και τα κίτρινα φύλλα και τα νερά του σιντριβανιού. »
ο άνεμος έφυγε. Κι έκλαψα. Και είπα στον εαυτό μου: «τι έχετε κάνει με τον κήπο που σας ανατέθηκε κύριε; »
(Antonio Machado, Μετ. Μαριάννα Τζανάκη)



C Monet-Woman with a Parasol


PABLO NERUDA - Ο ΑΝΕΜΟΣ ΣΤΟ ΝΗΣΙ

Ο άνεμος είναι άλογο:
γι’ άκου τον πώς τρέχει
στον ουρανό, στη θάλασσα.

Να με σηκώσει θέλει: γι’ άκου
πώς τριγυρνάει στον κόσμο
να με σηκώσει, να με πάει μακριά.

Στα δυό σου μπράτσα κρύψε με
μόνο γι’ αυτή τη νύχτα,
όσο η βροχή θα σπάει
στη θάλασσα, στα χώματα
τα στόματά της τ’ αναρίθμητα.

Και άκου, άκουσε τον άνεμο
πώς με φωνάζει, ενώ καλπάζει
να με σηκώσει, να με πάει μακριά.

Μέτωπο εμείς με μέτωπο,
στόμα εμείς με στόμα οι δυό μας,
με τα χωριστά κορμιά μας ένα εμείς
και με τον έρωτα που μας πυρώνει –
άσε τον να διαβαίνει ο άνεμος,
μα δίχως να μπορεί να με σηκώσει.

Άσε τον άνεμο να τρέχει, άσε τον
στεφανωμένον με όλους τους αφρούς,
να με φωνάζει, άσε τον να με γυρεύει,
ενώ καλπάζει μέσ’ από τους ίσκιους,
όσο εγώ, αναδυόμενος, ανατέλλοντας
κάτω από τα μεγάλα σου τα μάτια
γι’ αυτή τη νύχτα μόνο είμαι εδώ
ν’ αναπαυθώ, να βασιλεύω, αγάπη μου.
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Beach Read,  Karen Hollingsworth

Μπομπ Ντύλαν  - Αιωρείται στον άνεμο


Πόσους δρόμους πρέπει να’ χει κανείς διαβεί
Προτού άντρας να θεωρηθεί;
Και πόσες θάλασσες πρέπει ένα περιστέρι λευκό να ’χει δει
Προτού στην άμμο ν’ αποκοιμηθεί;
Και πόσες φορές πρέπει τα κανόνια να ρίξουν
Προτού για πάντα να σιγήσουν;
Η απάντηση, φίλε μου, αιωρείται στον άνεμο
Η απάντηση αιωρείται στον άνεμο

Για πόσα χρόνια ένα βουνό να υπάρχει μπορεί
Προτού η θάλασσα το καταπιεί;
Και πόσα χρόνια μπορούν οι άνθρωποι να ζουν
Προτού μπορέσουν να ελευθερωθούν;
Και πόσες φορές μπορεί απ’ την άλλη κανείς να γυρίσει
Τάχα μου πως δεν βλέπει για να παραστήσει;
Η απάντηση, φίλε μου, αιωρείται στον άνεμο
Η απάντηση αιωρείται στον άνεμο

Πόσες φορές πρέπει κανείς να κοιτάξει ψηλά
Προτού τον ουρανό να δει από χαμηλά;
Και πόσα αυτιά πρέπει κανείς να έχει
Προτού τα δάκρυα των άλλων να αρχίσει να προσέχει;
Και πρέπει να πεθάνουν πόσοι
Προτού να καταλάβει πως οι νεκροί είναι άλλοι τόσοι;
Η απάντηση, φίλε μου, αιωρείται στον άνεμο
Η απάντηση αιωρείται στον άνεμο
Μετάφραση -  Χριστίνα Λιναρδάκη

Painted By The Wind by Jani Freimann

OCTAVIO PAZ - ΑΝΕΜΟΣ, ΝΕΡΟ, ΠΕΤΡΑ

    Στον Ροζέ Καγιουά

Το νερό τρυπάει την πέτρα,
ο άνεμος σκορπίζει το νερό,
η πέτρα ανακόπτει τον άνεμο.
Νερό, άνεμος, πέτρα.

Ο άνεμος σμιλεύει την πέτρα,
η πέτρα είναι αγγείο του νερού,
το νερό το σκάει και είναι άνεμος.
Πέτρα, άνεμος, νερό.

Ο άνεμος στους στρόβιλούς του τραγουδάει,
το νερό στον πηγαιμό του μουρμουράει,
η πέτρα ακίνητη σωπαίνει.
Άνεμος νερό, πέτρα.

Το καθετί είναι άλλο τι και τίποτα:
ανάμεσα στα κενά τους ονόματα
περνούν και εξαφανίζονται
νερό, πέτρα, άνεμος.
 Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


Gaetano Bellei, A Gust of Wind

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης  -  Όνειρο στο κύμα 


Ἡ τελευταία χρονιά πού ἤμην ἀκόμη φυσικός ἄνθρωπος ἦτον τό θέρος ἐκεῖνο τοῦ ἔτους 187... Ἤμην ὡραῖος ἔφηβος, καστανόμαλλος βοσκός, κ' ἔβοσκα τάς αἶγας τῆς Μονῆς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ εἰς τά ὄρη τά παραθαλάσσια, τ' ἀνερχόμενα ἀποτόμως διά κρημνώδους ἀκτῆς, ὕπερθεν13 τοῦ κράτους τοῦ Βορρᾶ καί τοῦ πελάγους. Ὅλον τό κατάμερον  ἐκεῖνο, τό καλούμενον Ξάρμενο, ἀπό τά πλοῖα τά ὁποῖα κατέπλεον ξάρμενα ἤ ξυλάρμενα , ἐξωθούμενα ἀπό τάς τρικυμίας, ἦτον ἰδικόν μου.

Ἡ πετρώδης, ἀπότομος ἀκτή του, ἡ Πλατάνα, ὁ Μέγας Γιαλός, τό Κλῆμα, ἔβλεπε πρός τόν Καικίαν, καί ἦτονἀναπεπταμένη πρός τόν Βορρᾶν. Ἐφαινόμην κ' ἐγώ ὡς νά εἶχα μεγάλην συγγένειαν μέ τούς δύο τούτους ἀνέμους, οἱ ὁποῖοι ἀνέμιζαν τά μαλλιά μου, καί τά ἔκαμναν νά εἶναι σγουρά ὅπως οἱ θάμνοι κ' αἱ ἀγριελαῖαι, τάς ὁποίας ἐκύρτωναν μέ τό ἀκούραστον φύσημά των, μέ τό αἰώνιον τῆς πνοῆς των φραγγέλιον.




Tom Thomson  - The West Wind


 Nίκος Γαβριήλ   Πεντζίκης   - Σκόρπια Φύλλα


Σκόρπια φύλλα του φθινόπωρου
οι αγρότες για τη σπορά περιμέναν βροχή
ο άνεμος κλωθογύριζε ανοίγοντας τα επουράνια
"ποια οδό ακολουθούν τα κίτρινα φύλλα που πέφτουν;"
αντίθετο δρόμο παίρνοντας ο απόστολος των εθνών
από Nεαπόλεως της νυν Kαβάλας
Προς Θεσσαλονικείς A΄ Eπιστολής το ανάγνωσμα
ου θέλω υμάς αγνοείν περί των κεκοιμημένων
ίνα μη λυπήσθε καθώς και οι λοιποί
ψηλό σαν τηλόπτης φάρος το καμπαναριό
καμπύλ' ανοίγματα προς όλα τα σημεία του ορίζοντα
ότι είναι και δεν είναι σειρά συμπτώσεων
στο περιβόλι τάφοι με σταυρούς
κατάντικρυ η φωτιά κατάτρωγε το καράβι
πέθανε η πολυαγαπημένη μάννα του
έξ' απ' την ξύλινη θύρα καθόταν και περίμενε το κορίτσι
όπως κάθονται απάνω στ' άνθη οι πεταλούδες
μια ωραία πεταλούδα κι' έν' άδειο γραμματοκιβώτιο
ενώ οι πόρτες ήταν κλειστές
νύχτα ερχόταν και τον έβρισκε
στον μυχό του κόλπου όπου εκβάλλει η ενδοχώρα
στο αναπεπταμένο πέλαγος που κατάπιε τον πατέρα
όταν δε μπόρεσε να καταλάβει τις κινήσεις του γιου του
ότι το πένθος σημαίνει νίκη και τρανή χαρά
έρχεται να φορτώσει σιτάρι στην αποβάθρα
και σχολιάζουν το θέαμα οι γνωστικοί
ερμηνευτές του ζωντανού ονείρου δακτυλοδεικτούν
πίσω ταφόπετρες με μάτια το χωριό
με αναστήματα υψηλά πλούσια βλάστηση το σκιάζει
ανάμεσα στις υπερκείμενες στέγες των φυλλωμάτων
και στους υπόρροφους θάμνους ανέρπει μνήμη
αφωσίωσις και πίστη θερμή ο κισσός
όπως ακριβώς ήσουν και ήταν
κάτω από την επιφάνεια κάνοντας βουτιά
όπου τα πλοία του Mαρδονίου εναυάγησαν 
αλλά ξέρουμε ασφαλώς πως ο θησαυρός διεσώθη
στις θαλασσοσπηλιές όπου οι φώκες μοιρολογούν
στου αγιώνυμου Όρους τους βράχους τους κρυσταλλώδεις
αρωγή σε όποιον τεκταίνεται μεγάλα και πολλά
τον ήλιο που βυθά στη λεκάνη της μάννας του
και θρηνούν όσοι τον πίστεψαν γιατί σβύνει
άλλη δυνατότητα προσφέροντας εκ των υγρών εγκάτων
να μας πας στην ξενητειά
να μας πας στα πέρα μέρη
φύσα θάλασσα πλατειά

φύσ' αγέρι, φύσ' αγέρι.



Δημήτρης Σιφναίος -Μελτέμι

FERNANDO PESSOA - Ο άνεμος εκεί ψηλά

“Ο άνεμος εκεί ψηλά,στα αιθέρια,
την μοναξιά μου έρχεται κι αυξάνει,
παράπονα δεν κάνω σε κανέναν,
παράπονα αυτός πρέπει να κάνει.

Ήχος αφηρημένος, απροσμέτρητος,
από του φευγαλέο του κόσμου τέλος,
το νόημά του γίνεται βαθύ,

κι εντός του μου μιλά όλο το ανύπαρκτο:
πως η αρετή δεν είναι μια ασπίδα
και πως καλύτερη αρετή είναι η σιωπή.”


Gaetano Bellei : A Windy Day

SYLVIA PLATH - ΑΝΕΜΟΔΑΡΜΕΝΑ ΥΨΗ

Οι ορίζοντες με περικυκλώνουν σαν δεμάτια,
Γερμένα κι ανόμοια, και πάντα ασταθή.
Αν τ` αγγίξει ένα σπίρτο, ίσως με ζεστάνουν,
Και οι ακριβείς γραμμές τους καψαλίσουν τον αέρα
Ώσπου να βαφτεί πορτοκαλής
Προτού τα βάθη που κεντρίζουν εξατμισθούν,
Επιβαρύνοντας τον χλωμό ουρανό μ` ένα πιο συμπαγές χρώμα..
Μα το μόνο που κάνουν είναι να διαλύονται ολοένα
Σαν σειρά από υποσχέσεις , καθώς βαδίζω προς τα μπρος.

Δεν υπάρχει ζωή ψηλότερα απ` τις κορυφές της χλόης
Ή τις καρδιές των προβάτων, και ο αέρας
Ξεχύνεται σαν πεπρωμένο, λυγίζοντας
Τα πάντα προς μια κατεύθυνση.
Τον νιώθω να προσπαθεί
Να σκορπίσει τη θέρμη μου.
Αν παρατηρήσω για πολύ τις ρίζες απ` τα ρείκια,
Θα με προσκαλέσουν
Να λευκάνω τα κόκκαλά μου ανάμεσά τους.

Τα πρόβατα γνωρίζουν που βρίσκονται,
Βόσκοντας μέσα στα βρώμικα μάλλινα σύννεφά τους,
Γκρίζα σαν τον καιρό.
Οι μαύρες σχισμές των βολβών τους με ρουφούν.
Σα να με ταχυδρομούν στο διάστημα,
Ένα αδύναμο, ανόητο μύνημα.
Στέκονται ένα γύρω μεταμφιεσμένα σε γιαγιάδες,
Όλο ψεύτικες μπούκλες και κίτρινα δόντια

Φτάνω σε αυλακιές και σε νερό
Τόσο διαυγές όσο και η μοναξιά
Που σκορπίζεται μές απ` τα δάχτυλά μου.
Άδεια κατώφλια πηγαίνουν από χλόη σε χλόη~
Κούφωμα και περβάζι ξεμανταλώθηκαν μόνα τους.
Απ` τους ανθρώπους ο αέρας θυμάται μόνο
Μερικές παράξενες συλλαβές.
Τις προβάρει θρηνητικά:
Μαύρη πέτρα, μαύρη πέτρα.

Ο ουρανός στηρίζεται σε μένα, σε μένα τον μόνο
Όρθιο ανάμεσα σ` όλα τα οριζόντια.
Το γρασίδι κοπανάει το κεφάλι του σαστισμένα.
Είναι πολύ ευπαθές
Για μια ζωή με τέτοια συντροφιά~
Το σκοτάδι το τρομοκρατεί.
Τώρα, σε κοιλάδες στενές
Και μαύρες σαν πορτοφόλια, τα φώτα των σπιτιών
Λάμπουν σα δεκάρες.
SYLVIA PLATH, μετ. Κατερίνα Ηλιοπούλου, Ελένη Ηλιοπουλου,



"A Windy Day with Borzois and Seagulls" by Alexander Averin

Γιάννης Ρίτσος - Μια γυναίκα από άνεμο

«Ένας άνεμος σιγανός φυσούσε μέσα της
κι έπαιζε μ’ ένα μόνο φύλλο – το χαμόγελό της.
Όλοι αγαπήσαν το χαμόγελό της.
Εκείνη δεν αγάπησε κανέναν.
Έμεινε μόνη με τον άφαντο άνεμό της
χάνοντας και το μόνο εκείνο φύλλο. «Το άπειρο, είπε,
είναι ο τέταρτος τοίχος της μοναξιάς μας, όχι η στέγη.»

Έμεινε ανύπαντρη, γέρασε, δεν έγινε ούτε άγαλμα.
Σχολαστική στην καθαριότητα, απ’ το χαράματα,
χειμώνα καλοκαίρι, σκούπιζε ως πέρα το πεζοδρόμιο.
Μια μέρα μάλιστα φωτογραφήθηκε έτσι με τη σκούπα της
στο δρόμο εκεί, μπρος σε μια ξένη πόρτα. Κι αυτή
η φωτογραφία της
απόμεινε όλο όλο από κείνον τον άνεμο και το
χαμόγελό της.»
(Γ. Ρίτσος, Ποιήμα, τ. 3ος, Κέδρος)



Girl on a windy day by Τim Wetherell 

 Γιώργος Σαραντάρης - Ο αέρας ο ίδιος είναι ένα λουλούδι

Ο αέρας ο ίδιος είναι ένα λουλούδι
Τώρα
Μου χτυπάει το πρόσωπο
Μου δροσίζει τα μάτια
Σκέφτομαι τα χαμηλά σπίτια
Τα ταπεινά τους τούβλα
Οι άνθρωποι ανεβαίνουν στα δωμάτια
Γδύνονται κι ο ύπνος τους παίρνει
Ντύνονται και το πρωί τους φέρνει
Ίσαμε την πόρτα
Στοχάζομαι τα λουλούδια
Στα περιβόλια των σπιτιών
Εκείνους που δεν είδαν άλλα λουλούδια
Και με τέτοια λουλούδια
Με την αυγή στην αγκαλιά τους
Μπήκαν στον ουρανό να κοιμηθούν.



A Breezy Day at the Seaside W.K. Blacklock.

Γιώργος Σαραντάρης - Ο άνεμος μας φορτώνει

Ο άνεμος μάς φορτώνει με παλαιά αμαρτήματα
Και μας διώχνει εδώ κι εκεί στο βρόντο
Δεν μπορώ να πονέσω πια
Να πονέσω μαζί σου
Για να σηκώσω τη φρίκη
Όπου δεν ξέρω αν φταίω
Ποια μητριά μάς καμαρώνει;
Τραγούδια μπόλικα
Σωπαίνουν μέσα μου
Κι είμαι σαν κτήνος
Όταν δεν αγαπώ
Τραγούδια αδιάντροπα
Που χάσανε το σώμα
Βγαίνουν παντού και σπείρουνε
Ζιζάνια
Μελάτα λόγια
Κόσμος φτηνός
Ζούμε με σας
Τρεφόμαστε
Με το δικό σας χνούδι
Και παραπαίουμε
Γλιστρώντας πάνω στο δάπεδο
Κάτω από αόρατη στέγη.



Louis Icart "Lady With An Umbrella"

Γιώργος Σαραντάρης -  Ο άνεμος και η  άνοιξη

Ο άνεμος ρέει μέσα στην καρδιά μας
Σαν ουρανός ποὺ έχασε τὸ δρόμο
Δέντρα προσπαθούν να του  δέσουν τα χέρια
Αλλά μάταια κοπιάζουν
Ο άνεμος αναπνέει μέσα στην καρδιά μας
Σαν στρατός που ορμάει στον αγώνα
Τον καλωσορίζει η άνοιξη στην κοιλάδα
Τον χαιρετάνε τ᾿ ἀρώματα της γης
Η άνοιξη είναι μία παρθένα που δεν την ξέραμε
Και  όλους μας φίλησε με θάρρος προτού το ζητήσουμε
Τώρα αγκαλιάζει τον άνεμο και κάνει σαν τρελή
Κι αναγκάζει κι εμάς να τον  ἀγαπήσουμε



Alb. Anker, Δεκέμβριος. 1888. Winterthur.

Μίλτος, Σαχτούρης -   Ο τρελός άνεμος Αγίρ

«Ο τρελός άνεμος Αγίρ
χτυπάει τις πόρτες
τρίζει τις πόρτες τρίζει
το μυαλό μου
το γεμάτο ιστορίες
από έρωτες από θανάτους
από ποιήματα
από ποιήματα πιο πικρά κι από θανάτους…

ο τρελός άνεμος Αγίρ
χτυπάει τις πόρτες
τρίζει τις πόρτες…»



Elisabeth Sonrel

Τάκης Σινόπουλος - ΑΝ

Απ’ το πρωί ο άνεμος ξεκάρφωνε τον ουρανό.
Απ’ το πρωί ο ήλιος κάπνιζε
ανάμεσα στα ερείπια.
Αν το πρόσωπό σου, το πρόσωπο ασπίδα. Και το σύν-
νεφο εκείνο κι ο τόπος τοπίο, και τα μάτια σου στρέ-
φοντας ξαφνικά δεν είχαν σκοτώσει την εικόνα που
κοίταζαν λίγο πιο πριν.
Αν το χέρι σου ήταν.
Αν τα μάτια σου.
Αν το χέρι σου.
Αν η λέξη που πήγες να πεις.
Λοιπόν όλη τη μέρα ο άνεμος.
Όλη τη νύχτα οι στάχτες της φωτιάς σου.

Jonathan Green

Αργύρης Χιόνης - Ο άνεμος

«Μην εμπιστεύεσαι τον άνεμο που σου χαϊδεύει τα μαλλιά
που μπαίνει στ’ ανοιχτό πουκάμισό σου
και τρίβεται ερωτικά στο στήθος σου

Εκεί που δεν το περιμένεις βγάζει δόντια
εκεί που δεν το περιμένεις χώνεται στις σάρκες σου
και σε αδειάζει από τα μέσα
και σε αδειάζει τόσο που δεν απομένει
ούτε καν μεδούλι στα οστά σου
που δεν σ’ αφήνει ούτε ψίχουλο ψυχής
που γίνεσαι κοχύλι άδειο ηχείο
κουκούλι του κενού

Μην εμπιστεύεσαι τον άνεμο που πλέκει
τα δάχτυλά του μες στα δάχτυλά σου
και με υποσχέσεις για ταξίδια και φτερά σε νανουρίζει
ο θάνατος είναι η μόνη χώρα που γνωρίζει

Στήλωσε στέρεα τα πόδια σου στη γη
και τίναξέ τον από πάνω σου τον άνεμο.»




Corene, 1995, by Jonathan Green

Δημοτικό - Του κυρ Βοριά

Ο κυρ βοριάς παράγγειλεν ούλω των καραβιώνε:
--Καράβια π` αρμενίζετε, κάτεργα που κινάτε,
εμπάτε στα λιμάνια σας γιατί θε να φυσήξω,
ν` ασπρίσω κάμπους και βουνά, να κρυώσω κρύες βρυσούλες,
κι όσά βρω μεσοπέλαγα στεριάς θε να τα ρίξω.
Κι όσα καράβια τ` άκουσαν, όλα λιμάνι πιάνουν,
του κυρ Αντριά το κάτεργο μέσα βαθειά αρμενίζει.

--Δε σε φοβούμαι, κυρ βοριά, φυσήξης δε φυσήξης,
τι έχω καράβι από καρυά και τα κουπιά πυξάρι,
έχω κι αντένες μπρούτζινες κι ατσάλινα κατάρτια,
έχω πανιά μεταξωτά, της Προύσας το μετάξι,
έχω και καραβόσκοινα από ξανθής μαλλάκια.
Έχω και ναύτες διαλεχτούς, όλο άντρες του πολέμου
κι έχω κι ένα ναυτόπουλο που τους καιρούς γνωρίζει
κι εκεί που στήσω μια φορά την πλώρη, δε γυρίζω.

--Ανέβα, βρε ναυτόπουλο, στο μεσιανό κατάρτι
για να διαλέξης τον καιρό, να ιδής για τον αέρα.
Παιζογελώντας ανέβαινε, κλαίοντας κατεβαίνει.
--Το τ` είδες, βρε ναυτόπουλο, αυτού ψηλά που πήγες;
--Είδα τον ουρανό θολό και τα` άστρα ματωμένα,
είδα τη μπόρα που άστραφτε και το φεγγάρι εχάθη
και στης Αττάλειας τα βουνά αστροχαλάζι πέφτει.

Ώστε να πη, να καλοπή, να καλοκουβεντιάση,
βαρειά φουρτούνα πλάκωσε και το τιμόνι τρίζει,
ασπρογιαλίζει η θάλασσα, σιουρίζουν τα κατάρτια,
σ` κώνονται κύματα βουνά, χορεύει το καράβι,
σπηλιάδα τούρθε από τη μια, σπηλιάδα από την άλλη
σπηλιάδα από τα πλάγια του κι εξεσανίδωσέ το.
Γιόμισε η θάλασσα πανιά, το κύμα παλληκάρια,
και το μικρό ναυτόπουλο σαράντα μίλια πάγει.

Όλες οι μάνες κλαίγανε κι όλες παρηγοριούνται,
μα μια μανούλα ενού παιδιού παρηγοριά δεν έχει.
Βάνει τις πέτρες στην ποδιά, τα τρόχαλα στον κόρφο,
πετροβολάει τη θάλασσα και τροχαλάει το κύμα.
--Θάλασσα, πικροθάλασσα και πικροκυματούσα,
τόπνιξες το παιδάκι μου, π` άλλο παιδί δεν έχω.
--Δε φταίω η δόλια θάλασσα. δε φταίω εγώ το κύμα,
μον` φταίει ο πρωτομάστορας που φκιάνει τα καράβια
και τα πελέκαγε φτενά και τα γυρίζει ο αέρας
και χάνω τα καράβια μου πούναι δικά μ`στολίδια,
χάνω τα παλληκάρια μου, οπού με τραγουδάνε.

 March Winds, Phillip Richard Morris


Νίκος Κάσδαγλης - Σοροκάδα



Είναι μέρες που το νησί κλείνει. Μήτε πλεούμενο σιμώνει, μήτε αεροπλάνο.

Όξω από το Ναυτικόν Όμιλο, σιμά στο φανάρι του «Αϊ-Νικόλα» έχει ένα χαμηλό μόλο ίσα ίσα με τη θάλασσα. Πρέπει να ξιπολυθείς, για να πας στην άκρη του.

Με σοροκάδα, μ’ άρεζε να κολυμπάω πίσω από το μόλο, μέσα στους αφρούς που το καβάλαγαν, φυλαγμένος απ’ τη δαιμονικήν ορμή της θάλασσας. Σαν ξεπρόβαινα στην άκρη του μόλου μ’ άρπαζε ένα κύμα μακρύ, αμάχητο, και με σφεντόναγε μονομιάς εκατό μέτρα πέρα, στ’ απάγκιο.
Στον πάτο, τρία τέσσερα μέτρα βαθιά, έχει κομμάτια καλώδια και λαμαρίνες. Ό,τι απόμεινε από ‘να αμερικάνικο καταδρομικό, που το διαλύσανε.
Τούτο το πολεμικό είχε έρθει στη Ρόδο για επίσκεψη καλής θελήσεως — κάπως έτσι το λένε, θαρρώ. Το λιμάνι είχε τοιμαστεί για να καλοδεχτεί τους Αμερικάνους. Οι γυναίκες των αξιωματικών είχανε φτάσει απ’ την παραμονή, και νιαουρίζανε στα σαλόνια των ξενοδοχείων — αλλόκοτην αίσθηση που σου δίνουν οι Αμερικάνες, σα μαζευτούνε πολλές.
Τα μπαρ ήταν έτοιμα όλα — ο Μπαμπούλας, που γινότανε Black Cat για την περίσταση, το Rio Grande, το Long John και τ’ άλλα. Τα κορίτσια τους ήρθαν απ’ τον Πειραιά μαζί με τις γυναίκες των αξιωματικών, και περιμέναν στις πόρτες τα ναυτάκια που θα ξεμπαρκάραν.
Μόνο που πήρε σοροκάδα τ’ απόγιομα. Το λιμάνι άδειασε μονομιάς, οι βάρκες τραβηχτήκανε στη στεριά και τα καΐκια κρυφτήκανε στο φυλαγμένο κόρφο, το Μαντράκι. Δυο τρία βαπόρια που βρέθηκαν, λεβάραν τις άγκυρες και πήγανε στην Ψαροπούλα, από σταβέντο. Μόνο ο Αμερικάνος απόμεινε, φουνταρισμένος αρόδο, όξω απ’ το λιμάνι. Σαν κατάλαβαν απ’ το Λιμεναρχείο πως δεν το ‘χε σκοπό να κουνήσει, του μήνυσαν να φύγει, κι η σοροκάδα δε σήκωνε λεβεντιά.
Ο καπετάνιος κούνησε τους ώμους σαν του τα ‘πανε. Το δελτίο καιρού έδειχνε άνεμο εφτά οχτώ μποφόρ, κι οι κανονισμοί του προβλέπανε πως με τέτοιον καιρό έπρεπε να ‘ναι φουνταρισμένος με τις δυο άγκυρες, με τόσα κλειδιά καδένα στην καθεμιά. Καλού κακού φουντάρισε δυο κλειδιά παραπάνω, κι επιτέλους αν αγρίευε ο καιρός είχε κι άλλη καδένα. Βάστηξε επιφυλακή το μισό τσούρμο, και τις μηχανές αναμμένες, για να ‘χει ατμό.
Δε γινόταν καλύτερη φροντίδα, αλίμονο αν αλλάζαν αραξοβόλι τ’ αμερικάνικα πολεμικά, με την κουβέντα ενός ντόπιου λιμενάρχη· τι τους είχαν τους κανονισμούς!
Μόνο που φρεσκάρισε η σοροκάδα, με το σούρουπο. Δουλεύοντας επίμονα, ύπουλα, το μπόντζι ξεκλείδωσε τη μια καδένα, και το καράβι απόμεινε φουνταρισμένο στο ‘να σίδερο. Από κει και πέρα, δεν το γλιτώνανε. Βάρεσε συναγερμός, το τσούρμο χίμηξε να μανουβράρει, πού να προφτάσει! Το πολεμικό ξέσυρε σα φρόκαλο το σίδερο, και κόλλησε πάνω στα βράχια του χαμηλού μόλου. Οι Αμερικάνοι πηδούσανε στη θάλασσα σαν τα μπακακάκια, κι οι ντόπιοι μαζευτήκανε στην ακρογιαλιά και τους μαζεύανε μισοπνιγμένους.
Την άλλη μέρα το πρωί η σοροκάδα έσπασε. Τ’ αμερικάνικο καράβι ήταν καθισμένο ψηλά πάνω στα βράχια, κι ο κόσμος το χάζευε από μακριά — δεν τον αφήναν να σιμώσει. Έμοιαζε απείραχτο, να το πετάξεις στη θάλασσα και να ξαναφύγει, έτσι πίστεψαν οι πολλοί. Οι θαλασσινοί κουνούσαν το κεφάλι, ξέραν πως το καράβι είχε πεθάνει πια...
Το κουφάρι απόμεινε δυο τρεις μήνες καρφωμένο στα βράχια του χαμηλού μόλου, για να δοξάζει τους κανονισμούς. Ύστερα το διαλύσανε. Ένας βουτηχτής σκοτώθηκε πάνω στη δουλειά.
Αν κοιτάξεις με το γυαλί, βλέπεις ακόμα στον πάτο παλιές λαμαρίνες και κομμάτια καλώδια.


σοροκάδα: (σορόκος και σιρόκος): νοτιανατολικός άνεμος.
λεβάρω: (λέξη ιταλ.): τραβώ καταπάνω, ανασύρω, σηκώνω.
σταβέντο: (λ. ιταλ.): απάνεμα.
αρόδο και αρόδου: (λ. ιταλ.)· ναυτ. όρος που σημαίνει ότι κάποιο πλοίο έχει αγκυροβολήσει στ’ ανοιχτά του λιμανιού, δηλ. δεν έχει αράξει σε αποβάθρα.
μπόντζι και μπότζι: κλυδωνισμός (ταλάντευση) του πλοίου μια προς τη δεξιά πλευρά, μια προς την αριστερή, ανάλογα με το κύμα. Ο κλυδωνισμός πλώρης-πρύμνης (δηλ. μια σηκώνεται ψηλά η πλώρη και μια η πρύμνη), λέγεται σκαμπανέβασμα.
φρόκαλο: σκουπίδι.

J. W. Waterhouse, Μιράντα-H Τρικυμία

ΤΑΙΝΙΑ - ΟΣΑ ΠΑΙΡΝΕΙ Ο ΑΝΕΜΟΣ 



Το «Όσα παίρνει ο Άνεμος» είναι μια ταινία τόσο γνωστή και οικεία στις μέρες μας, που δύσκολα μπορεί κανείς να σκεφτεί ότι βγήκε στους κινηματογράφους το 1939! Ήταν έργο σταθμός στην εποχή του, γνωρίζοντας τεράστια επιτυχία. Και φυσικά ανήκει στο είδος των ταινιών εποχής, αφού γυρίζει πίσω, στην Αμερική του Εμφυλίου πολέμου (1861-65) και στα τραύματα που αυτός άφησε στην αμερικανική κοινωνία και ιδίως τον τσακισμένο Νότο.

To Όσα Παίρνει ο Άνεμος (Gone with the Wind) είναι κινηματογραφικό έργο του 1939, βασισμένο στο βραβευμένο με Πούλιτζερ μυθιστόρημα της Μάργκαρετ Μίτσελ του 1936 και σκηνοθετημένο από τον Βίκτορ Φλέμινγκ. Η επική αυτή ταινία είχε πρωταγωνιστές την Βίβιαν Λι, τον Κλαρκ Γκέιμπλ, τον Λέσλι Χάουαρντ και την Ολίβια Ντε Χάβιλαντ και αποτελεί τη μεγαλύτερη εισπρακτική επιτυχία όλων των εποχών. Διηγείται την ιστορία του Αμερικανικού Εμφυλίου και τα επακόλουθά του, ιδωμένα από την πλευρά των λευκών Νοτίων.

Η ταινία δείχνει με ιδιαίτερα δραματικούς τόνους την καταστροφή που υπέστησαν οι πλούσιοι κτηματίες από τον πόλεμο και την απελευθέρωση των δούλων, που άλλαξε άρδην τα δεδομένα για την οικονομία του Νότου. Βέβαια, δεν λέει τίποτα για την άγρια εκμετάλλευση των δούλων, μέσα από την οποία είχαν θησαυρίσει οι πλούσιοι αυτοί κτηματίες, πριν τους καταστρέψει ο πόλεμος

Η υπόθεση της ταινίας ξεκινά στον Αμερικανικό Νότο, το 1861, παραμονές του εμφυλίου πολέμου. Η Σκάρλετ Ο' Χάρα (Βίβιαν Λι) μια κακομαθημένη καλλονή του νότου, είναι καλεσμένη στο μπάρμπεκιου που διοργανώνει η οικογένεια του Άσλεϊ Γουίλκς (Λέσλι Χάουαρντ), του άνδρα με τον οποίο είναι ερωτευμένη για χρόνια. Η Σκάρλετ ξέρει ότι ο Άσλεϊ πρόκειται να παντρευτεί την ξάδελφή του Μέλανι (Ολίβια Ντε Χάβιλαντ) και θεωρεί ότι είναι η καταλληλότερη στιγμή ώστε να του αποκαλύψει όλα όσα εκείνη αισθάνεται για αυτόν. Εκείνος την απορρίπτει. Επίσης, γνωρίζεται υπό άβολες συνθήκες με τον δυναμικό μποέμ Ρετ Μπάτλερ.
Ο εμφύλιος ξεσπάει και ο Άσλεϊ, όπως και ο Ρετ αναχωρούν για το μέτωπο. Πριν την αναχώρηση των ανδρών, ο Άσλεϊ παντρεύεται τη Μέλανι και η Σκάρλετ, τον αδελφό της Μέλανι, Τσαρλς. Ο πόλεμος αλλάζει την Σκάρλετ, η οποία περνάει από πολλές περιπέτειες και προσωπικές σχέσεις, μέχρι να παντρευτεί το Ρετ Μπάτλερ. Αλλά στο μυαλό της Σκάρλετ κυριαρχεί πάντα η αγάπη της για τον Άσλεϊ.
Στο επίκεντρο της ταινίας είναι μια ηρωίδα, η Σκάρλετ Ο' Χάρα. Πέρα από τα μπλεγμένα ερωτικά της, το ερωτικό γαϊτανάκι που στήνει με τον Ρετ Μπάτλερ, που είναι πολύ αλάνι, αλλά και την διαρκή ερωτική της εμμονή για τον Άσλεϊ, από την οποία δε λέει να ξεκολλήσει, το έργο έχει κι άλλα στοιχεία. Την καταστροφή του Νότου και του πλούτου του από τον πόλεμο, τα τραύματα της μεγαλύτερης ανθρωποσφαγής που γνώρισαν οι ΗΠΑ στην ιστορία τους, αλλά και την ενηλικίωση της κακομαθημένης κοπέλας μέσα από τις κακουχίες. Η Σκάρλετ ατσαλώνεται από αυτές τις άγριες συνθήκες της καταστροφής της οικογένειάς της λόγω πολέμου. Αλλά επειδή αυτή η διαδικασία συμβαίνει με άγριο και γρήγορο τρόπο, ωριμάζει αναπτύσσοντας έναν απόλυτο ατομικισμό. Γίνεται η απόλυτη τυχοδιώκτρια, σε μια εποχή που η γυναίκα όφειλε να μένει στο παρασκήνιο και μόνο μέσα από την υποκρισία και την πονηριά θα μπορούσε να πετύχει πράγματα.http://www.monopoli.gr



ΜΟΥΣΙΚΗ 





Στίχοι: Νίκος Παπάζογλου
Μουσική: Νίκος Παπάζογλου

Φύσηξε ο Βαρδάρης και καθάρισε
Ήλιος λες και τελείωσε ο χειμώνας
Βγήκα μια βόλτα και μπροστά της βρέθηκα
Στάθηκα κι απόμεινα κοιτώντας

Φλόγες ζωηρές που τρεμοπαίζουνε
τα ρούχα, τα μαλλιά της στον αέρα
Στη στάση πέρα-δώθε σπινθηρίζουνε
τα δυο της μάτια, κάρβουνα αναμμένα

Πριν να σε χορτάσουνε τα μάτια μου
σε άρπαξε θαρρείς το λεωφορείο
κι έμεινα να κοιτώ καθώς χανόσουνα
κι έφτανε ως το κόκαλο το κρύο

Πριν να σε χορτάσουνε τα μάτια μου
σε άρπαξε θαρρείς το λεωφορείο
κι έμεινα να κοιτώ καθώς χανόσουνα
κι έφτανε ως το κόκαλο το κρύο





Να μας πάρεις μακριά ,
να μας πας στα πέρα μέρη ,

φύσα θάλασσα πλατιά ,

φύσα αγέρι , φύσα αγέρι .







Στίχοι: Γιώργος Σεφέρης
Μουσική: Δήμος Μούτσης

Κι αν ο αγέρας φυσά, δε μας δροσίζει
κι ο ίσκιος μένει στενός κάτω απ’ τα κυπαρίσσια
κι όλο τριγύρω ανηφόρι στα βουνά

Μας βαραίνουν οι φίλοι
που δεν ξέρουν πια πως να πεθάνουν

Κι αν ο αγέρας φυσά, δε μας δροσίζει
κι ο ίσκιος μένει στενός κάτω απ’ τα κυπαρίσσια
κι όλο τριγύρω ανηφόρι στα βουνά




Στίχοι: B.D Foxmoor
Μουσική: B.D Foxmoοr

Φυσάει κόντρα σε ολάκερη γη,
τ' αγρια πετούμενα δε βρίσκουν πηγή,
δεν αντέχω της βολής τη σιγή.
Και δω απ' τον τόπο που έζησα τη φυγή,
ρίχνω αλάτι στη βαθιά τους πληγή,
τάζομαι πρόσφυγας και σε καλό να μου βγει.

Γυρνάω στον κόσμο, πουθενά δε βλέπω ξένο όπου μένω.
Γυρνάω πίσω και από όποιον συναντήσω, μαθαίνω.
Δίνω, παίρνω, ανασαίνω από τα χρώματα, πληθαίνω,
από τ' αρώματα μαγεύομαι και ταξιδεύω.
Γυρεύω για όλους μας το ίδιο όμορφο στέγαστρο,
φτιάχνω φωτιά για όποιον θέλει κόσμο αταίριαστο.

Για τα μάτια ενός παιδιού που ψάχνει γη, γκρεμίζω ουρανούς,
λυτρώνω μάνες και γιους.
Κάνω τη γλώσσα μου την πορφυρένια, ατόφιο μολύβι·
και τη ψυχή μου ένα απέραντο από στίχους καλύβι.
Ρίχνω το κάστρο σας, φτύνω του άστρου σας την κόχη.
Γίνομαι αύρα αλμυρή και στερνοβρόχι.

Πάρε τα όχι και ξεκούρνιασε από αυτή τη γωνία
που στο κουφάρι σου πετάξαν τα κλεμμένα μ'αφθονία,
άρνησή μου στομωμένη (πυρωμένη), λύσου καημένη,
γίνε κλωστή στην ανέμη τυλιγμένη
να σου δώσω μια, να γυρίζεις για πάντα και πάντα
να σου φυσάω πρίμα, κράτα μου αγάντα
μέχρι να βρούνε απάγκιο όσοι ζουν σε φυγή.
Καινούρια αρχή και σε καλό να τους βγει.

Σε καλό θα μου βγει κι ας τρίξουν οι σκαρμοί μου.
Έχω μαζί μου, σ' αυτό το σάλεμα που κάνεις ψυχή μου,
την αυταπάρνησή μου, το μαγικό ραβδί μου,
κάνω τ' αδύνατα να ξεπερνάνε τη φωνή μου.
Τιμή μου, λίγα μου βήματα σκίζουν τη λάσπη.
Πάρε τα χνάρια μου αντί για χάρτη
και στα μπαγκάζια σου μη στριμώξεις ντροπή,
ούτε σιωπή.

Υστερόγραφο: δε πιστεύω στη τύχη.
Όταν τα ψέμματα πεθαίνουν, γεννιούνται ωραίοι στίχοι
και γλυκαίνουν το μίσος στους ιχνανθρώπους
ή τους πετάνε για πάντα μες στους πανέρημους τόπους.
Λόγια κρυμμένα μου, θρυμματισμένα μου
κάνατε απόσβεση σε όσα είχα μέσα μου.
Σύξυλη η μπέσα μου μπροστά στη βρώμικη ιστορία,
μύθος απέθαντος και ωμή αλληγορία.
Περιγελάστε με, δειλοί, ξεχάστε με,
πλέξτε με φιτίλι και ανάψτε με·
μέσα στην πλάνη σας ένα όνειρο ατόφιο θα εκραγεί





Στίχοι: Τάσος Λειβαδίτης
Μουσική: Λευτέρης Πλιάτσικας
Πρώτη εκτέλεση: Όναρ

Υγρά τα σκαλοπάτια του πολέμου
Φωτιές απ' τα παράθυρα αντηχούν
Κι οι μάνες τώρα ψάχνουν για κρυψώνες
Κρυμμένα μονοπάτια του ουρανού

Η χώρα μου βυθίζεται στο ψέμα
Σε ηδονές που στάζουνε χολή
Και βρίσκουν καταφύγιο οι αλήτες
Σε χώμα που μυρίζει σαν πληγή

Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου
Στα σαπισμένα δόντια ενός φρουρού
Φυσάει στα δεκανίκια του σακάτη
Που ακούμπησε στον ώμο ενός παιδιού

Γυναίκα να μην κλάψεις για το γιο σου
Το όπλο του στα χέρια σου κερί
Χιλιάδες χνώτα λιώνουν σε εκκλησίες
Που γέμισαν με λάσπη και ντροπή

Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου
Στα σαπισμένα δόντια ενός φρουρού
Φυσάει στα δεκανίκια του σακάτη
Που ακούμπησε στον ώμο ενός παιδιού




Bob Dylan

How many roads must a man walk down,
Before you can call him a man?
How many seas must a white dove sail,
Before she sleeps in the sand?
Yes, and how many times must cannonballs fly,
Before they're forever banned?
The answer, my friend, is blowin' in the wind
The answer is blowin' in the wind

Yes, and how many years can a mountain exist,
Before it's washed to the seas (sea)
Yes, and how many years can some people exist,
Before they're allowed to be free?
Yes, and how many times can a man turn his head,
And pretend that he just doesn't see?
The answer, my friend, is blowin' in the wind
The answer is blowin' in the wind.

Yes, and how many times must a man look up,
Before he can see the sky?
Yes, and how many ears must one man have,
Before he can hear people cry?
Yes, and how many deaths will it take till he knows
That too many people have died?
The answer, my friend, is blowin' in the wind
The answer is blowin' in the wind





I follow the Moskva
Down to Gorky Park
Listening to the wind of change
An August summer night
Soldiers passing by
Listening to the wind of change
The world is closing in
Did you ever think
That we could be so close, like brothers
The future's in the air
I can feel it everywhere
Blowing with the wind of change
Take me to the magic of the moment
On a glory night
Where the children of tomorrow dream away
in the wind of change
Walking down the street
Distant memories
Are buried in the past forever
I follow the Moskva
Down to Gorky Park
Listening to the wind of change
Take me to the magic of the moment
On a glory night
Where the children of tomorrow share their dreams
With you and me
Take me to the magic of the moment
On a glory night
Where the children of tomorrow dream away
in the wind of change
The wind of change
Blows straight into the face of time
Like a stormwind that will ring the freedom bell
For peace of mind
Let your balalaika sing
What my guitar wants to say
Take me to the magic of the moment
On a glory night
Where the children of tomorrow share their dreams
With you and me
Take me to the magic of the moment
On a glory night
Where the children of tomorrow dream away
in the wind of change



Πηγές