Δευτέρα, 22 Μαΐου 2017

epikouros sofista " Ατιτλο "

πηγή 

Πάντα ο έρωτας θα έρχεται ενδεδυμένος την λευκή αθωότητα του χιονιού το ίδιο και ο θάνατος μόνο ψυχής καθάριο βλέμμα προσδοκεί η Θεοφάνεια τους









Α ' ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΣ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΧΑΙΚΟY - Παρουσίαση του Ανθολογίου Χαικού



Ενημερώνουμε τους άμεσα ενδιαφερόμενους αλλά και όλους τους φίλους και φίλες. 

Την 1η Ιουνίου 2017 ημέρα Πέμπτη, στις 8 μμ, θα είμαστε στο σπίτι της Κύπρου στην Αθήνα όπου θα γίνει η παρουσίαση του Ανθολογίου Χαϊκού απόσταγμα του Α ' ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΥ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΥ ΧΑΙΚΟY που προκήρυξαν οι Πνευματικοί Ορίζοντες Εφαλτήριο Λόγου Τέχνης και Πολιτισμού και η εκδήλωση απονομής των βραβείων και επαίνων.









Ερρίκος Ίψεν ( 20 Μαρτίου 1828 - 23 Μαΐου 1906 )



Το πνεύμα της αλήθειας και το πνεύμα της ελευθερίας είναι οι στυλοβάτες της κοινωνίας.

Ο Χένρικ Ίψεν (Henrik Ibsen, 20 Μαρτίου 1828 - 23 Μαΐου 1906) ήτανΝορβηγός θεατρικός συγγραφέας, σκηνοθέτης και ηθοποιός, ένας από τους πρωτοπόρους της σύγχρονης ευρωπαϊκής δραματουργίας. Δεύτερο παιδί μιας εύπορης οικογένειας εγκαταστημένης στο λιμάνι Skien, ο Ίψεν έζησε, μετά την πτώχευση της πατρικής επιχείρησης και τη μετακίνηση της οικογένειας του στο γειτονικό Vernstpop, δύσκολα παιδικά και εφηβικά χρόνια.
Ο Χένρικ Ίψεν γεννήθηκε στην μικρή πόλη Skien, με γονείς τους Knud Ibsen και την Marichen Altenburg. “Οι γονείς μου και από τις δύο πλευρές ήταν μέλη των πιο διάσημων οικογενειών της Skien” γράφει ο ίδιος σε ένα γράμμα του προς τον κριτικό Georg Brandes το 1882. Η μητέρα της Marichen και ο πατριός του Knud ήταν αδέλφια, και οι γονείς του Χένρικ είχαν μεγαλώσει μαζί και πρακτικά ανατραφεί σαν αδέλφια. Η Μarichen Altenburg θεωρούνταν καλή νύφη, ήταν κόρη ενός από τους πλουσιότερους εμπόρους της Skien. Ο πατέρας του Χένρικ προέρχονταν από μια μακριά γραμμή καπετάνιων, αλλά ο ίδιος αποφάσισε να γίνει έμπορος. Ο γάμος του με την Marichen ήταν ένα “υπέροχο οικογενειακό προξενιό”. Όταν ο Ίψεν ήταν επτά ετών, η τύχη του πατέρα του άλλαξε προς το χειρότερο, η οικογένεια έχασε την περιουσία της και αναγκάστηκε να μετακομίσει μόνιμα σε ένα μικρό εξοχικό σπίτι στο Ventop, έξω από την πόλη. Η χρεοκοπία του έκανε τον Knud Ibsen έναν δύσκολο και πικραμένο άντρα, ο οποίος στράφηκε στον αλκοολισμό, και η Marichen στράφηκε στην εκκλησία. Η οικογένεια Ίψεν τελικά μετακόμισε σε ένα σπίτι στην πόλη Snipetorp, που ανήκε στον ετεροθαλή αδελφό του Knud, τον πλούσιο τραπεζίτη και ιδιοκτήτη πλοίων Christopher Blom Paus. Η χρεοκοπία και η ταξική πτώση της οικογένειας έπαιξαν μεγάλο ρόλο στο μετέπειτα έργο του Ίψεν. Οι χαρακτήρες στα έργα του συχνά καθρεφτίζουν τους γονείς του, και τα θέματα του συχνά ασχολούνται με θέματα οικονομικών δυσκολιών, καθώς και ηθικές συγκρούσεις που προέρχονται από σκοτεινά μυστικά κρυφά από την κοινωνία.

 Portrait of Henrik Ibsen
by Henrik Olrik
Στην ηλικία των δεκαπέντε, ο Ίψεν αναγκάστηκε να αφήσει το σχολείο. Μετακόμισε στην μικρή πόλη Grimstad για να γίνει βοηθός φαρμακοποιού. Προκειμένου να ξεφύγει από την ανιαρή ζωή του Grimstad αρχίζει να διαβάζει και να γράφει. Το 1846, όταν ο Ερρίκος ήταν σε ηλικία 18 χρονών, απόκτησε ένα νόθο παιδί με μια υπηρέτρια, το οποίο αργότερα αναγνώρισε χωρίς όμως ποτέ να γνωρίσει. Η ιστορία του νόθου γιου του πιθανολογείται πως ήταν και η αιτία που διέκοψε κάθε σχέση με την οικογένεια του. Ο Ερρίκος Ίψεν δεν συνάντησε ποτέ ξανά τον πατέρα του, ενώ είδε την μητέρα του μόνο μια φορά ξανά πριν πεθάνει. Διατηρούσε αλληλογραφία μόνο με μία από τις αδελφές του.
Το 1850, ο Ίψεν μετακόμισε στην Χριστιανία (αργότερα μετονομάστηκε σε Όσλο) με σκοπό να μπει στο πανεπιστήμιο. Σύντομα εγκατέλειψε αυτό το σχέδιο, όταν κόπηκε στις εισαγωγικές εξετάσεις, αποτυγχάνοντας στο μάθημα των αρχαίων ελληνικών. Την ίδια περίοδο αρχίζει να γράφει σε εφημερίδες και έρχεται σε επαφή με τον μικρό λογοτεχνικό κύκλο της Νορβηγίας της εποχής.
Σύντομα μετακομίζει στο Μπέργκεν όπου περνά τα επόμενα χρόνια δουλεύοντας στο Det norske Theater, όπου είχε αυξημένες αρμοδιότητες και συμμετείχε στην παραγωγή 145 έργων ως συγγραφέας, σκηνοθέτης, δραματολόγος και παραγωγός. Κατά την διάρκεια αυτής της περιόδου δεσμεύονταν από το θέατρο βάση συμβολαίου, να γράφει ένα έργο το χρόνο για να ανεβαίνει στο συγκεκριμένο θέατρο. Το 1858 επιστρέφει στην Χριστιανία και γίνεται ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Θεάτρου της Χριστιανίας, ενώ ασχολείται και με τη ζωγραφική. Την ίδια χρονιά νυμφεύεται την Suzannah Thoresen, η οποία θα γίνει και μητέρα του γιου του Sigurd (1859). Η σύζυγός του θα τον στηρίξει συναισθηματικά και θα τον ενισχύσει στη σταδιοδρομία του, πείθοντάς τον να αφοσιωθεί αποκλειστικά στη θεατρική τέχνη. Το ζευγάρι έζησε υπό δύσκολες οικονομικές καταστάσεις και σταδιακά ο Ίψεν έγινε πολύ απογοητευμένος από την ζωή στην Νορβηγία. Το 1864, εγκαταλείπει την Χριστιανία και πηγαίνει στο Σορέντο της Ιταλίας. Αρχικά φεύγει για ένα χρόνο, αλλά τελικά κάνει 27 χρόνια να επιστρέψει στην πατρίδα του, εργαζόμενος κυρίως στη Νότιο Ιταλία και τη Γερμανία. Εκεί, ο Ίψεν καταξιώνεται πλέον σαν καλλιτέχνης και τελικά γυρίζει στην πατρίδα του το 1895, όπου και συγγράφει τα δυο τελευταία του έργα. Τότε, μπόρεσε να ορθοποδήσει οικονομικά, αγοράζοντας ένα πολύ ακριβό σπίτι απέναντι από τα ανάκτορα του Όσλο, το οποίο σήμερα έχει μετατραπεί σε μουσείο και δέχεται καθημερινά πολλούς επισκέπτες. Ο Ίψεν είχε μια αμφιλεγόμενη σχέση με τον πλούτο, κάτι που αποδεικνύεται και από τη διακόσμηση αυτού του σπιτιού, η οποία διατηρείται στο ακέραιο έως σήμερα. Συνήθιζε επίσης να κάνει καθημερινούς περιπάτους, αλλά δεν επεδίωκε την επαφή με το κοινό (ήταν εσωστρεφής) και τον ενδιέφερε η μελέτη των ανθρωπίνων αντιδράσεων και συμπεριφορών. Διατηρούσε φιλικές σχέσεις αλλά και συχνή αλληλογραφία με αρκετές νεαρές κοπέλες, χωρίς ποτέ να αποδειχθεί κάποιο ίχνος απιστίας του σε αυτές. Έπινε σχεδόν σε καθημερινή βάση τη μπύρα του στο γνωστό στέκι της πόλης του Όσλο "Grand Cafe", του πολυτελούς ξενοδοχείου "Grand Hotel". Τα τρία τελευταία χρόνια της ζωής του υπέφερε από σοβαρά προβλήματα υγείας, αφού είχε υποστεί αλλεπάλληλα εγκεφαλικά επεισόδια και ήταν πια ανήμπορος να δημιουργήσει.


Χαρακτηριστικά της τεχνοτροπίας του

Τον Ίψεν χαρακτηρίζει η έντονη διάθεση να θίξει ευαίσθητα θέματα της εποχής του, όπως τη θέση της γυναίκας στην κοινωνία, το κόστος που συνεπάγεται η προσπάθεια διατήρησης του πλούτου και του κοινωνικού status, καθώς και ζητήματα ηθικής τάξης.

Εργογραφία - Θεατρογραφία

1850 Κατιλίνας (Katilina), ιστορικό ποίημα. H πρώτη παράσταση του πρώτου έργου του Ίψεν δόθηκε από το Nya Teatern της Στοκχόλμης στις 3 Δεκεμβρίου του 1881
1850 Ο θάνατος του πολεμιστή ή Ο λίθινος τάφος (Kjæmpehøien)
Το έργο πρωτοανεβαίνει στη σκηνή του Kristiania Norske Theater τηςΧριστιανίας, στις 26 Σεπτεμβρίου 1850.
Πρωτοεκδίδεται σε εφημερίδα του Μπέργκεν το 1854. Σε βιβλίο εκδίδεται το 1917
1851 Νόρμα ή Ο έρωτας ενος πολιτικού, (Norma) μουσική τραγωδία σε 3 πράξεις
1852 Η νύχτα του Αγίου Ιωάννη (Sancthansnatten). Πρωτοανεβαίνει στο Det Norske Theater του Μπέργκεν της Νορβηγίας στις 2 Ιανουαρίου του 1853. Σε βιβλίο δεν θα εκδοθεί παρά το 1909
1855 Η Κυρία Ίνγκερ από το Έστροτ (Fru Inger til Østråt)
Πρώτη παράσταση στο Det Norske Theater του Μπέργκεν στις 2 Ιανουαρίου του 1855.
Σε βιβλίο -αναθεωρημένο από τον συγγραφέα – εκδίδεται το 1874
1856 Η γιορτή στο Σολχάουγκ (Gildet paa Solhoug).
Στο θέατρο πρωτοανεβαίνει στο Det Norske Theater του Μπέργκεν στις 2 Ιανουαρίου του 1856.
Σε βιβλίο εκδίδεται πρώτη φορά τον Μάρτη του ίδιου χρόνου
1857 Όλαφ Λίλιεκρανς (Olaf Liljekrans).
Στις 2 Ιανουαρίου του 1857 δίνεται η πρώτη παράσταση του έργου στο Det Norske Theater του Μπέργκεν
1858 Τα παλικάρια του Χέλγκελαντ (Hoermoendene paa Helgelad).
Η πρώτη παράσταση του έργου δόθηκε στις 24 Νοεμβρίου του 1858 στο Kristiania Norske Theater της Χριστιανίας
1862 Η κωμωδία του έρωτα (Kjærlighedens Komedie).
Η πρώτη του έργου δόθηκε στις 24 Νοεμβρίου του 1873 στο Christiania Theater της Χριστιανίας
1863 Οι μνηστήρες του θρόνου (Kongs-Emnerne).
Η πρώτη παράσταση δόθηκε στις 17 Ιανουαρίου του 1864 στο Christiania Theater της Χριστιανίας, με σκηνοθέτη τον ίδιο τον συγγραφέα
1866 Μπραντ, (Brand) θεατρικό ανάγνωσμα.
Η πρώτη ολοκληρωμένη παράσταση δόθηκε στις 24 Μάρτη του 1885 στο Nya Teatern της Στοκχόλμης
1867 Πέερ Γκυντ, (Peer Gynt) δραματικό ποίημα.
Ο Ίψεν το διασκεύασε για το θέατρο και η πρώτη παράσταση δόθηκε στις 24 Φλεβάρη του 1876 στο Christiania Theater της Χριστιανίας
1869 Ο σύνδεσμος των νέων (De unges Forbund).
Η πρώτη του έργου δόθηκε στις 18 Οκτώβρη του 1869 στο Christiania Theater της Χριστιανίας (Όσλο)
1871 εκδίδονται τα Ποιήματα, η ποιητική του συλλογή
1873 Ο Αυτοκράτορας και ο Γαλιλαίος (Kejser og Galilæer) θεατρικό ανάγνωσμα 10 πράξεων
1877 Τα στηρίγματα της κοινωνίας (Samfundets Støtter).
Η πρώτη του έργου δόθηκε στο Odense Teater της Δανίας στις 14 Νοέμβρη του 1877
1879 Το κουκλόσπιτο ή Νόρα(Et Dukkehjem)
Η πρώτη του έργου δόθηκε στο Det Kongelige Teater (Βασιλικό θέατρο) της Κοπενχάγης στις 21 Δεκέμβρη του 1879
1881 Βρυκόλακες (Gengangere).
Η πρώτη του έργου δόθηκε στο Aurora Turner Hall του Σικάγου των Η.Π.Α. στις 20 Μάη του 1882
1882 Ο εχθρός του λαού (En Folkefiende).
Η πρώτη του έργου στο Όσλο, στις 13 Ιανουαρίου του 1883 στο Christiania Theater
1884 Η αγριόπαπια Vildanden)
Η πρώτη του έργου δόθηκε στις 9 Ιανουαρίου του 1885 στο Den Nationale Scene του Μπέργκεν της Νορβηγίας
1886 Ρόσμερσχολμ (Rosmersholm).
Η πρώτη του έργου δόθηκε στις 17 Γενάρη του 1887 στο Den Nationale Scene του Μπέργκεν της Νορβηγίας
1888 Η κυρά της θάλασσας, (Fruen fra Havet).
Η πρώτη του έργου δόθηκε την ίδια μέρα σε δυο χώρες ταυτόχρονα. Στο Hoftheater της Βαϊμάρης και στο Christiania Theater του Όσλο στις 12 Φεβρουαρίου 1889
1890 Έντα Γκάμπλερ (Hedda Gabler).
Η πρώτη του έργου δόθηκε στο Residenztheater του Μονάχου στις 31 Ιανουαρίου 1891
1892 Ο αρχιμάστορας Σόλνες (Byrgmester Solness).
Πρώτη του έργου στις 19 Ιανουαρίου του 1893 στο Lessing Theatre του Βερολίνου
1894 Ο μικρός Εγιόλφ, (Lille Eyolf).
Πρώτη του έργου στις 12 Ιανουαρίου του 1895 στο Deutsches Theater του Βερολίνο
1896 Τζων Γαβριήλ Μπόρκμαν (John Gabriel Borkman)
Πρώτη του έργου στις 10 Γενάρη του 1897 στο Ελσίνκι, στο Svenska Teatern και Finnish Theatre ταυτόχρονα
1899 Όταν ξυπνήσουμε ανάμεσα στους νεκρούς (Når vi døde vågne)
Πρώτη του έργου στις 26 Γενάρη του 1900 στο Hoftheater της Στουτγκάρδης

 Το σκηνικό της παράστασης του 1907, του "μικρού Εγιόλφ" 

Βρυκόλακες 

Οι Βρυκόλακες, νορβηγικά Gengagere (=αυτοί που περπατούν ξανά στη γη) , Ghosts στα αγγλικά, είναι θεατρικό έργο τριών πράξεων του νορβηγού συγγραφέα Ερρίκου Ίψεν. Το έργο που γράφτηκε το Φθινόπωρο του 1881, τον Δεκέμβρη του ίδιου έτους εκδόθηκε σε βιβλίο και το 1882 ανέβηκε στο θέατρο, ανήκει - σύμφωνα με τους κριτικούς – στα ρεαλιστικά κοινωνικά δράματα του συγγραφέα.
Το έργο, λόγω της τολμηρής για την εποχή εκείνη θεματολογίας του, συνάντησε έντονες αντιδράσεις, αλλά με το πέρασμα του χρόνου κατόρθωσε να επιβληθεί και να θεωρηθεί μάλιστα από τα αρτιότερα τεχνικά έργα του παγκόσμιου θεάτρου. Σήμερα θεωρείται από τα κλασικά του δραματικού ρεπερτορίου, από τα πιο αντιπροσωπευτικά του Ίψεν και των προβληματισμών του.
Το έργο ανέβηκε για πρώτη φορά, στα νορβηγικά αντί στα δανέζικα που συνήθως έγραφε ο συγγραφέας, στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού και συγκεκριμένα στο Aurora Turner Hall του Σικάγο, στις 20 Μάη του 1881, μπροστά σε ένα κοινό από Νορβηγούς μετανάστες. Η μόνη επαγγελματίας ηθοποιός ήταν η Δανέζα που έκανε την κυρία Άλβινγκ.οι άλλοι ρόλοι εξυπηρετήθηκαν απο Δανούς και Νορβηγούς ερασιτέχνες ηθοποιούς. Απο κει και πέρα, άρχισε η παγκόσμια πορεία του.
Στην Ευρώπη ανέβηκε για πρώτη φορά το 1883, πρώτα στο Χέλσινμποργκ της Σουηδίας από τον θίασο του διάσημου τότε, σουηδού ηθοποιού Αύγουστου Λιντμπεργκ. Τους επόμενους μήνες, ο Λίντμπεργκ το πήγε περιοδεία σε αρκετές Σκανδιναβικές πόλεις, κατορθώνοντας έτσι σιγά-σιγά να το αποδεχτεί ο κόσμος. 

Ο ηθοποιός Αύγουστος Λίντμπεργκ,
στην πρώτη παράσταση
των Βρυκολάκων, το 1883
στο Χέλσινμποργκ 
Στην Ελλάδα, ανέβηκε το 1894 από το θίασο του ηθοποιού Ευτύχιου Βονασέρα.
Το έργο μεταφέρθηκε και στον κινηματογράφο, το 1915, σε μια 49λεπτη, βουβή ασπρόμαυρη ταινία με σκηνοθετες τον Τζορτζ Νικολς και Τζον Εμερσον 
Ο Ιψεν άρχισε να δουλεύει το έργο τον Ιούνη του 1881, όταν έμενε στη Ρώμη. Το έργο το είχε τελειώσε τον Οκτώβρη του ίδιου χρόνου και αμέσως το έστειλε στον εκδότη του Φρέντεριν Χέγκελ. Ο εκδοτικός οίκος Gyldendalske Boghandels Forlag το εξέδωσε στις 13 Δεκεμβρίου του 1883 στην Κοπενχάγη σε 10.000 αντίτυπα.
Το βιβλίο προκάλεσε αμέσως την κατακραυγή του πνευματικού κόσμου. Το κατηγόρησαν για μηδενιστικό, αθεϊστικό, για προαγωγό του ελεύθερου έρωτα, για διαφήμιση της σύφιλης και της έκλυτης ζωής και πολλά άλλα. Οι βιβλιοπώλες το κατέβασαν απο τα ράφια των βιτρίνων τους και τα 10.000 κομμάτια δεν εξαντλήθηκαν παρά το 1894, δεκατρία χρόνια μετά, όταν χρειάστηκε επανέκδοση.
Ο συγγραφέας δεν ένιωσε έκπληξη. Περίμενε κάτι τέτοιο, αφού σε ένα γράμμα του προς τον εκδότη, γράφει ότι: είναι λογικό να περιμένουμε οτι οι Βρυκόλακες θα σημάνουν συναγερμό σε μερικούς κύκλους. Αλλά ας γίνει. Αν δεν προκαλούνταν αναστάτωση, δεν θα ήταν και αναγκαίο το γράψιμο τους. Όταν ο Ίψεν έστειλε αντίγραφα του βιβλίου σε διάφορα θέατρα, για να το ανεβάσουν, συνάντησε και εκεί, απόρριψη. Ακόμα και τα θέατρα με τα οποία είχε πολλές φορές συνεργαστεί ο Ίψεν μέχρι εκείνη τη στιγμή, δεν δέχτηκαν να το ανεβάσουν.

Τα πρόσωπα του έργου

Ελένη Άλβινγκ, χήρα του λοχαγού της Αυλής, Άλβινγκ
Όσβαλντ Άλβινγκ, ζωγράφος, γιος της κυριάς Άλβινγκ
Πάστορας Μάντερς, οικογενειακός φίλος, και ιερέας
Ρεγγίνα Εγκστραντ, η “ψυχοκόρη” - υπηρέτρια του σπιτιού
Γιάκομπ Εγκστραντ, ξυλουργός, “πατέρας” της Ρεγγίνα

Η Υπόθεση

 Η πρώτη έκδοση του βιβλίου
Ο Ίψεν έγραψε για το έργο του: «Στο έργο αυτό θα γνωρίσετε κάτι που αποκαλώ «Βρυκόλακες», νεκρές κουβέντες που όμως επιστρέφουν μετά θάνατο εμποδίζοντας τον άνθρωπο να ζήσει τη ζωή του με τον τρόπο που ο ίδιος επιθυμεί. Πολύ περισσότερο, θα δείτε το μεγάλο κακό που μπορούν να προκαλέσουν οι εν λόγω «βρυκόλακες»... Ένα μεγάλο δωμάτιο που βλέπει προς τον κήπο. Αριστερά μια, δεξιά δυο θύρες. Στο μέσον του δωματίου ένα στρογγυλό τραπέζι με καρέκλες γύρω και πάνω στο τραπέζι βιβλία, περιοδικά κι εφημερίδες. Αριστερά, μπρος στο παράθυρο, καναπές και ένα τραπέζι για ράψιμο. Στο βάθος μια μικρή βεράντα με άνθη, κλεισμένη γύρω με τζάμια. Δεξιά της βεράντας μια θύρα που οδηγεί στον κήπο. Ανάμεσα από τα τζάμια της βεράντας φαίνεται το φγιορδ. Βρέχει μονότονα. 
Σε αυτόν τον χώρο θα ξετυλιχτεί το δράμα της ζωής της κυρίας Άλβινγκ. Η εύπορη, μεσόκοπη χήρα του λοχαγού Άλβινγκ, βρίσκεται μπροστά σε μια σημαντική -χαρούμενη - στιγμή της ζωής της. Ο αγαπημένος της μοναχογιός, Όσβαλντ Άλβινγκ, ανερχόμενος ζωγράφος, γύρισε στο πατρικό του σπίτι, ύστερα από μακρόχρονη παραμονή στο εξωτερικό, με σκοπό να περάσει όλο το χειμώνα μαζί με την μητέρα του, και γιατί όχι; να μείνει μόνιμα πλέον στο πατρικό του. Απο την άλλη, μόλις έχει ολοκληρωθεί το έργο ζωής της κυρίας Άλβινγκ, ένα άσυλο για φτωχά και ορφανά παιδιά, το οποίο ανέγειρε για να τιμήσει τη μνήμη του συζύγου της, του σεβαστού από όλη την τοπική κοινωνία, λοχαγού Άλβινγκ, που πέθανε πρόωρα πριν από δέκα χρόνια. Το κτίριο έχει ολοκληρωθεί, τα του κληροδοτήματος έχουν όλα κανονιστεί και αύριο το πρωί δεν απομένει παρά η γιορτή για τα εγκαίνια του κτιρίου. Γι' αυτόν το λόγο, για να παραστεί στη γιορτή και να εκφωνήσει τον χαιρετιστήριο λόγο, φτάνει από την πόλη, ο πάστορας Μάντερς. Ο πάστορας- παλιός φίλος της κυρίας Άλβινγκ, και κατά συνέπεια της οικογένειας- είναι ταυτόχρονα και ο οικονομικός διαχειριστής του κληροδοτήματος αλλά και ο ιθύνων νούς όλου του εγχειρήματος. Πάνω στη συζήτηση για τον Όσβαλντ, τη ζωή του και τις αρχές του, που αυτός ο αφιερωμένος στο καθήκον πάστορας κριτικάρει, η κυρία Άλβινγκ αρχίζει τις ανείπωτες μέχρι σήμερα εκμυστηρεύσεις. Αρχίζει να διηγείται στο πάστορα, την αλήθεια μια ζωής που έμεινε καλά κρυμμένη από όλους. Η ζωή της δεν ήταν καθόλου έτσι όπως φαινόταν. Ο άντρας της, δεν ήταν παρά ένας λοχαγός αλκοολικός, γλεντζές, ερωτύλος, ανεύθυνος και τεμπέλης. Η κυρία Όσβαλντ, ύστερα από την αποτυχημένη προσπάθεια να τον αφήσει και να φύγει – η αυστηρότητα του πάστορα την απέτρεξε τότε– μένει κοντά του και αποφασίζει να θυσιάσει τη ζωή και την ευτυχία της για να κρύψει από τον κόσμο, την πραγματικότητα. Για να προστατέψει το γιό της από την ολέθρια επίδραση του πατέρα του, τον διώχνει από το σπίτι, και ο νεαρός Όσβαλντ μεγαλώνει από τότε σε ιδιωτικά σχολεία και ύστερα στο εξωτερικό- ενώ ταυτόχρονα παίρνει αυτή τη διοίκηση των οικονομικών της οικογένειας. Ο λοχαγός, που συνεχίζει να χαίρει της γενικής εκτίμησης, διορίζεται αυλικός θαλαμηπόλος σε ένδειξη της ευαρέσκειας του βασιλιά προς το άτομο του, ενώ τα βράδια η κυρία Άλβινγκ, αγωνίζεται να τον αποτρέπει από το ποτό και να προσπαθεί να τον κρατήσει νηφάλιο. Η χειρότερη στιγμή ωστόσο έρχεται, τη μέρα που η κυρία Άλβινγκ βλέπει τον άντρα της να ερωτοτροπεί με την υπηρέτρια του σπιτιού, την Ιωάννα. Από την ένωση αυτή, θα βγεί η μικρή Ρεγγίνα, η ψυχοκόρη του σπιτιού, που η κυρία Άλβινγκ αποφασίζει να κρατήσει στο σπίτι της, εν αντιθέσει προς τη μητέρα της. Εκείνη, αφού την αποζημιώσει με ένα σεβαστό ποσό, την παντρεύει με τον ξυλουργό Έγκστραντ, που δέχεται να γίνει εκείνος ο νόμιμος πατέρας του κοριτσιού. Και όλα αυτά, για να κρατηθεί “αλέκιαστη” η τιμή της οικογένειας Όσβαλντ.
Όμως, παρόλες τις προσπάθειες τόσων χρόνων δεν καταφέρνει να ξεφύγει από τη μοίρα.
Με τα ίδια της τα μάτια, βλέπει και πάλι, σήμερα, εκεί μπροστά της, τον Όσβαλντ, σαν άλλος λοχαγός Άλβινγκ να ερωτεύεται τη Ρεγγίνα και να ερωτοτροπεί μαζί της.!!!
Βρυκόλακες!!! θα πει η κυρία Άλβινγκ στο τέλος της α' πράξης. Η κυρία Άλβινγκ, βλέποντας την τραγωδία να επαναλαμβάνεται, θα ήθελε να πει την αλήθεια και στα δυο παιδιά, και να μην τα εμποδίσει να ζήσουν τον έρωτά τους στα φανερά, αλλά...δεν μπορεί. Είναι πολύ δειλή, όπως ομολογεί η ίδια στο πάστορα Μάντερς. Έτσι ετοιμάζεται για μια ακόμη φορά, να διώξει τη Ρεγγίνα, να τη στείλει να μείνει με τον πατέρα της, και να πει και πάλι ψέματα στο γιο της. Όμως, η φωτιά που ανάβει – από ένα λάθος του πάστορα Μάντερς – στο κτίριο, το καταστρέφει ολοσχερώς μέσα σε λίγες ώρες. Τώρα πλέον, δεν υπάρχει τίποτα που θα την εμπόδιζε να παραδεχτεί επιτέλους την αλήθεια. Και τα εξομολογείται όλα στο γιο της. Όμως και εκείνος έχει να της κάνει τις δικές του, συνταρακτικές εξομολογήσεις. Έχει κολλήσει (όπως πιστεύει εκείνος) σύφιλη, βασανίζεται από την αρρώστια τα τελευταία χρόνια, και γι' αυτό επέστρεψε στο σπίτι του, να πεθάνει εκεί. Η κυρία Άλβινγκ, προσπαθώντας να τον παρηγορήσει, του λέει, πως η αρρώστια δεν ήταν δικό του φταίξιμο, αλλά του πατέρα του (την κληρονόμησε).ωστόσο, τίποτα δεν αλλάζει την πραγματικότητα. Η επόμενη κρίση της αρρώστιας μπορεί να του στοιχίσει και τη ζωή του. Και παρακαλεί να μητέρα του, να τον βοηθήσει να αυτοκτονήσει -δίνοντάς του τα 12 χάπια μορφίνης που έχει μαζί του - όταν θα αρχίσει να εκφυλίζεται ο εγκέφαλός του.
Και η τελευταία κρίση της αρρώστιάς του, φτάνει.

Η Αγριόπαπια

Η "Αγριόπαπια" είναι η τραγωδία και η απόδειξη του μικροαστικού ψεύδους. Οι ήρωες του Ίψεν εδώ συντρίβονται λόγω της ωμής ειλικρίνειας τους, που οφείλεται στην έλλειψη ηθικών αρχών και στην αντικατάσταση των αρχών αυτών από κίβδηλες ψευδαισθήσεις. Θέμα του έργου είναι η φαινομενικά απλή ζωή μιας οικογένειας που εθελοτυφλεί για να μην παραδεχτεί τις ανήθικες κατά τα προτεσταντικά δεδομένα συμβάσεις που τη διέπουν. Το τραυματισμένο πουλί που φιλοξενούν, η αγριόπαπια, είναι το τραγικότερο σύμβολο της εξέλιξης των ιψενικών ηρώων που, βυθισμένοι στις ιδεοληψίες τους, οδηγούνται μόνοι τους σε ψυχικά αδιέξοδα


Δράμα μεγάλης δραματικής δύναμης και αρίφνητου πόνου. Κανένα άλλο έργο του Ίψεν δεν συγκεντρώνει τόσο σπαραγμό και συμπόνια. Οι ήρωες έχουν τρυφερότητα, οίκτο, εγωισμό και σκληρότητα. Δυνάστης η φτώχεια με επενδύτη τα όνειρα. Το έργο παρουσιάζει την ψυχική καταράκωση μιας οικογένειας που συντηρείται με αυταπάτες που τις συμβολίζει μια σακατεμένη αγριόπαπια που τη φυλάνε στην σοφίτα τους, και τη φροντίζουν η εγγονή Έντβιγκ και ο παππούς Έκνταλ. Η αγριόπαπια, είναι το τραγικότερο σύμβολο του ζωτικού ψεύδους. Ο παραμικρός φθόγγος αλήθειας αποκαλύπτει την ψυχική τους διάλυση και συντρίβει τον κίβδηλο κόσμο τους... Το δράμα παίζεται στο σπίτι ενός αποτυχημένου φωτογράφου του Γιάλμαρ Έκνταλ που έχει μια επίφαση ευτυχισμένης ζωής που την καλύπτει η στίλβη των ψευδαισθήσεων και της αυτάπάτης. Καταρρέουν τα πάντα, όταν εισβάλει ένας ιδεαλιστής ο Γκρέγκερς Βέρλε και φανερώνει την αλήθεια και τους εξοντώνει. Η Γκίνα, η γυναίκα του Γιάλμαρ, ήταν ερωμένη του πατέρα του, του Γεροβέρλε. Αποδεικνύει πως η κόρη του η Έντβιγκ δεν είναι δικό του παιδί και έτσι έρχεται η καταστροφή. Η μικρή Έντβιγκ μαθαίνοντας την αλήθεια αυτοκτονεί. http://tospirto.net/

Νόρα ή Το κουκλόσπιτο

Το κουκλόσπιτο είναι η ιστορία μιας γυναίκας που ξαφνικά ξυπνά και βλέπει την πραγματική οικογενειακή της κατάσταση, βλέπει το «ζωτικό ψεύδος», πάνω στο οποίο βάσισε τη ζωή της. Παντρεύτηκε και έκανε παιδιά με έναν «άγνωστο», κάποιον που πάντα τη μεταχειριζόταν σαν παιδί και τη θεωρούσε κτήμα του. Γι’ αυτόν τον λόγο παραιτείται από την παλιά ζωή της και την κίβδηλη υπόσταση του «κουκλόσπιτού» της. Νιώθει ότι πρέπει να βγει έξω στον πραγματικό κόσμο. Εκεί θα κάνει το πρώτο βήμα σε έναν κόσμο διαφορετικό, πιο σκληρό και πιο μοναχικό – αλλά έναν κόσμο που θα της δίνει ελπίδα για κάτι καλύτερο. Σχολιάζοντας την κατάστασή της σε επιστολή του, ο Ίψεν σημειώνει: «Η στιγμή που αφήνει το σπίτι της είναι η στιγμή που αρχίζει η ζωή της… Σ’ αυτό το έργο υπάρχει ένα μεγάλο, ενήλικο παιδί, η Νόρα, που πρέπει να βγει έξω στη ζωή να ανακαλύψει τον εαυτό της».http://www.culturenow.gr/



Έντα Γκάμπλερ

Με την «Εντα Γκάμπλερ», την οποία έγραψε το 1890, ο Νορβηγός Ερρίκος Ιψεν αρχίζει να κάνει στροφή από έναν τρόπο δραματικής γραφής σαφώς κοινωνικό, μοραλιστικό ή επικεντρωμένο σε προβλήματα, προς μια γραφή με περισσότερα ψυχολογικά στοιχεία και με περισσότερους οραματισμούς και συμβολισμούς.
Από το 1890, οπότε γράφτηκε η «Εντα Γκάμπλερ», τίποτα δεν έχει αλλάξει στην ανθρώπινη φύση και στις κοινωνίες. Αξονας περιστροφής του έργου είναι ο εγκλεισμός, ο εγκλωβισμός των προσώπων σε μια συνθήκη, σε ένα σχήμα, και κυρίως η αδυναμία τους να αποδράσουν. Το ίδιο πραγματεύεται ο Ιψεν και στη «Νόρα», μόνο που εκεί η ηρωίδα βρίσκει τη δύναμη να αποδράσει. Στην «Εντα Γκάμπλερ» όλα τα πρόσωπα του έργου είναι εγωκεντρικά, εμμονικά, συνάπτουν σχέσεις επιφανειακές και ιδιοτελείς και στηρίζουν την ύπαρξή τους στην «κλοπή» και στην ψευδαίσθηση της αποδοχής και της επιτυχίας. Οι μόνες αλήθειες είναι ο μεγάλος ανεκπλήρωτος έρωτας και η εγκυμοσύνη της Γκάμπλερ, που η ίδια, ως προβληματική προσωπικότητα, αδυνατεί να τις ζήσει

Η Έντα Γκάμπλερ, θύμα των υψηλών της απαιτήσεων, δεν κατορθώνει να βρει στη ζωή τη θέση που της ανήκει. Οι απωθημένες ορμές της και ο αποτροπιασμός της για την καθημερινότητα που την περιβάλλει, την οπλίζουν με έναν παγερό εγωισμό. Και όταν ο Έιλερτ Λέβμποργκ εμφανίζεται για μία ακόμη φορά στον μοναχικό της δρόμο, την καταλαμβάνει η άγρια επιθυμία να εξουσιάσει αυτόν και την πρωτόγονη, ανώτερη φύση του. Αποφασίζει, χωρίς ίχνος οίκτου, να τον αποσπάσει από την Τέα, που, κατά την άποψη της, είναι μια γυναίκα ασήμαντη. (...) Η Έντα Γκάμπλερ, έχοντας υπερβεί τα όρια του κακού, επιζητεί και για τον εαυτό της ένα ωραίο τέλος, έναν δικαιωμένο από την ομορφιά θάνατο, που δεν μπορεί να περιμένει παρά μόνο από τον ίδιο τον εαυτό της. (Μαργαρίτα Μέλμπεργκ, από τον πρόλογο της έκδοσης)

Η Έντα Γκάμπλερ είναι ανέτοιμη να «υποστεί» τη ζωή που η ίδια επέβαλε στον εαυτό της λέγοντας «ναι» στον γάμο με τον ακαδημαϊκό Γιέργκεν Τέσμαν. Λίγες μόνο ώρες μετά την επιστροφή τους από το γαμήλιο ταξίδι, η Έντα έχει την ευκαιρία να διασκεδάσει την πλήξη της παίζοντας με τις τύχες των ανθρώπων γύρω της. Τα περιθώρια στενεύουν, ωστόσο, και για την ίδια, όταν έρχεταιαντιμέτωπη με τις μεγαλύτερες φοβίες της. Η τραγική κατάληξη φαντάζει ως μόνη επιλογή.
Εξάμβλωμα της φαντασίας, τέρας, παρανοϊκή, ατομίστρια, άτεγκτη, ζηλιάρα, οραματίστρια, φεμινίστρια, ιδεαλίστρια, θύμα των περιστάσεων, είναι μερικοί μόνο από τους χαρακτηρισμούς που έχουν χρησιμοποιήσει οι κριτικοί για να περιγράψουν την αμφιλεγόμενη ηρωίδα του Ίψεν. Από την πρώτη παρουσίασή του το 1891 μέχρι σήμερα, το έργο έχει επισύρει την αποδοκιμασία και την εκτίμηση, τον αποτροπιασμό και τον θαυμασμό, χωρίς ποτέ να αφήσει περιθώρια για εύκολες απαντήσεις

Ο Εχθρός του λαού


Ένα πολιτικό έργο, που επικαιροποιείται από τις σημερινές συνθήκες εκ νέου και παρουσιάζεται φέτος όχι μόνο από δύο θέατρα στην Ελλάδα, αλλά και από μεγάλες σκηνές της Ευρώπης και της Αμερικής.
"Εγώ θα βγω στα χαρακώματα και θα περιμένω εκεί την αλήθεια. Γιατί η αλήθεια έρχεται!
Πολεμάμε για την αλήθεια. Γι' αυτό είμαστε μόνοι μας. Αλλά αυτό μας κάνει δυνατούς!"
Στο βίντεο θα παρακολουθήσετε το έργο από το Θέατρο της Δευτέρας σε διασκευή Άρθουρ Μίλλερ, μετάφραση Νίκου Γκάτσου και σκηνοθεσία Γιώργου Γιαννίτση.
Πρωταγωνιστούν: Φάνης Χήνας (γιατρός Στόκμαν), Χρήστος Δακτυλίδης (δήμαρχος), Εύα Κοταμανίδου (σύζυγος γιατρού), Ματίνα Καρρά (κόρη γιατρού), Ντίνος Λύρας (δημοσιογράφος), Σπύρος Καλογήρου (καπετάνιος), Γιώργος Γεωγλερής (κύριος Μπίλινγκ), Σπύρος Κωνσταντόπουλος (κύριος Άσλαξεν), Κώστας Σαντοριναίος (πεθερός γιατρού), Μανώλης και Δημήτρης Πελέτης (γιοι γιατρού), Ανδρέας Βλάμης, Τάσος Περζικιανίδης, Λάμπρος Τσάγκας, Ναταλία Στεφάνου (κάτοικοι), Στράτος Παχής (μεθυσμένος).
Υπόθεση: ένας γιατρός προσπαθεί να αποκαλύψει μια αλήθεια, που θα εκθέσει τους πολιτικούς παράγοντες του τόπου του, θα τους ζημιώσει οικονομικά, μα κυρίως, θα προστατεύσει την υγεία όλων.
Με αγνές προθέσεις στέκεται απέναντι στη εξουσία και τους συμπολίτες του, που σκύβουν το κεφάλι στα πολιτικά αφεντικά τους και συνθλίβεται. 
Τα μικρά και τα μεγάλα συμφέροντα συνασπίζονται εναντίον του, εξαγοράζουν συνειδήσεις, τρομοκρατούν και καταφέρνουν να τον παρουσιάσουν ως εχθρό του λαού.

"Ο Εχθρός του λαού" είναι έργο υποδειγματικής ιψενικής γραφής, διότι δίνει παραστατικά την εικόνα των εξουσιαστικών μηχανισμών οι οποίοι, εν ονόματι της "κοινής γνώμης" και της "μετριοπάθειας" κινητοποιούνται για να εξαγοράσουν συνειδήσεις, να αλλοιώσουν χαρακτήρες και τελικά να εξοντώσουν τους πολιτικούς εχθρούς τους. Οι μηχανισμοί της κρατικής εξουσίας, που προσπαθούν να ανατρέψουν τις απόψεις του αναμορφωτή γιατρού Στόκμαν, δρουν σαν ασφυκτικός βρόχος και εν τέλει γίνονται σήμα κινδύνου για την κοινωνία. Το έργο κινείται μέσα σε καφκικό ζόφο, όταν όλος ο περίγυρος του Στόκμαν -επαγγελματικός, οικογενειακός, φιλικός- λειτουργεί σαν κατασταλτικός μηχανισμός με μόνο σκοπό τη διατήρηση μιας βαλτωμένης αλλά επιφανειακά ήρεμης πόλης. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου) https://www.politeianet.gr/


Η αφίσα της παράστασης "Κωμωδία του Έρωτα" -φιλοτεχνημένη από τον ζωγράφο Έντμουντ Έντελ -που παρουσιάστηκε στο θέατρο του Βερολίνου το 1900 






Βαγγέλης Γερμανός / Κρινιώ Νικολάου - live @ Narkissos Hall Σάββατο 3 Ιουνίου



Βαγγέλης Γερμανός / Κρινιώ Νικολάου - live @ Narkissos Hall Σάββατο 3 Ιουνίου 




Ο Βαγγέλης Γερμανός και η Κρινιώ Νικολάου στο Narkissos Hall Σάββατο   3 Ιουνίου στις 22:00 σε ένα μοναδικό μουσικό πρόγραμμα που μας ταξιδεύει από τα «Μπαράκια» μέχρι το «Χατήρι».
Οι εξαιρετικοί αυτοί τραγουδιστές και συνθέτες παρουσιάζουν ένα ιδιαίτερο ακουστικό και καλοκαιρινό live, γεμάτο μελωδίες και δυνατές ερμηνείες που θα ξεσηκώσει αλλά και θα συγκινήσει το κοινό. Το ρεπερτόριο περιλαμβάνει όχι μόνο τις γνωστές επιτυχίες της δισκογραφίας τους αλλά και πρωτότυπες διασκευές από το ελληνικό και ξένο ρεπερτόριο.

Πληροφορίες:

ΑΓ.ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ 52 & Λ.ΚΗΦΙΣΙΑΣ
Μαρούσι
Τηλέφωνο Κρατήσεων: 
2102138366 - 6907603202
Ώρα:22:00





OFFICIAL LINKS ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΓΕΡΜΑΝΟΣ 

OFFICIAL LINKS Κρινιώ Νικολάου 

Πληροφορίες 














Κυριακή, 21 Μαΐου 2017

ΜΑΡΙΟΣ ΚΑΜΠΟΥΡΑΚΟΣ - ΑΠΟΨΕ


~~~~~
"Ανάσες που υφαίνουν άσεμνα 
ιδρωμένα αγγιγματα... 
Απληστες σκέψεις κατακλύζουν 
την σάρκα και το νου...
Ερωτικό παραλήρημα μνήμης,
νοτισμενη με το άρωμα
της προσμονής...
Οι χτυποι της καρδιάς σου,
αγγελιοφόρος της θύελλας
του πάθους σου...
Βυθισμένη στους στεναγμους
της ψυχής,
γεμάτοι με αποσιωπητικά...
Επιθυμίες που σαλευουν...
Δίψα, που εκλιπαρει να ξεδιψασει...
Πείνα που ζητιανεύει να χορτάσει...
Παγιδευμένη στη γυμνή σου
αλήθεια...
Αγκιστρωμενος στα χείλη σου
ο έρωτας,
και ο θόλος του κορμιού σου,
γεμάτος θαλπωρή αδημονει
σαν ευωδιαστός ανθός,
τη γύρη του να δώσει στο λικνισμα
της ηδονής...
Στις πρύμνες των ματιών σου,
καρτέρι ο πόθος...
Ο ήλιος δύει...
Απόψε... ενδίδεις στο πειρασμό...
Απόψε... η θάλασσα σου τρεμει...
Απόψε... στο σώμα σου κατοικώ...
Απόψε...

(Marios.G.K) 21/05/2017








ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ ΕΥΘΥΜΙΟΥ - ΑΠΟΛΕΣΘΕΙΣΑ

Αυτό το πνεύμα αταλάντευτα υπαγορεύει
βήματα απόλυτης κυριαρχίας
παραμερίζει την αμφιβολία 
στα όρια
κι οδεύει μονοσάνδαλο
στο τέρμα της ψυχής.
Ερεθισμένη η αυστηρότητα του ταξιδιού εκτοξεύεται
στην εθισμένη αίσθηση
μιας θείας τρέλας.
Ζώσε κάθε μυστικό
με μυστικό αρματωμένο
Στη σκέψη δώσε σκέψεις
ηδονικά βασανιστικές
Τη σκόνη με σκόνη να τη ραντίσεις
σε εξαγνισμό
Ελευσινιακό...
Κι απ`το πηγάδι της ζωής
άντλησε την ουσία
μήπως ξεδιψάσεις
το αφυδατωμένο αναπάντητο
που σε ξαγρυπνά.
Αναστημένη
και ανεπαίσχυντη
λύσε τους θνητούς δεσμούς
Κατακεραύνωσε τα γήινα
με οντότητες θεϊκές.
Αποκαλύψου
από το προσωπικό σου
όραμα
Σβήσε τις λέξεις
ν`ακούσεις μονάχα τους ήχους.
Μοίρασε με ανεπάρκεια
τα καλοκαίρια
να`χουν να σου χρωστούν
εγκαύματα
ίσως και θαύματα θαλασσινά
Χαιρέτισε τις σφαίρες
με τα χέρια ματωμένα
να`ναι ατελής η διαίρεση,
κάτι να σου απομείνει.
Στο άηχο της θυσίας,
τύλιξε με ασήμια τους ανέμους
Κράτησε γερά στα χαλινάρια
το τίναγμα των πανιών
που καλπάζουν
στην έπαρση του ήλιου.
να κάψει τα συρματοπλέγματα
Έτσι σωσμένη,
διηγήσου την αυθάδεια
των περιττών εραστών
Άπλωσε τα χέρια,
ν`ανταμώσουν κάποια άλλα,
που ποτέ σου δεν θα τα αγγίξεις
Είναι η ευτυχία,
θα δεις,
πιο γλυκιά
όταν την φαντάζεσαι
χωρίς να την έχεις ποτέ σου γευτεί...
Αυτό το πνεύμα
που πήρες προίκα
η πιο μελένια σου έλλειψη,
το`νιωσες...
ήταν κρυμμένη
στην πιο μεγάλη πίκρα...---
Κωνσταντίνα Ευθυμίου






Σάββατο, 20 Μαΐου 2017

Ο ΜΗΝΑΣ ΙΟΥΝΙΟΣ ( ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ .ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ, ΜΟΥΣΙΚΗ, ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ ,ΘΡΗΣΚΕΙΑ )


Πίνακας Γ.Τσαρούχης

Ο Ιούνιος, ή Ιούνης, ή Κερασινόν (Ποντιακά), είναι ο έκτος μήνας του έτους κατά το Ιουλιανό και το Γρηγοριανό Ημερολόγιο κι έχει 30 ημέρες.

Ο Ιούνιος στην αρχαιότητα 

Ο Ιούνιος πήρε το όνομά του από την σύζυγο του Δία την Ήρα, η οποία στα λατινικά ονομάζονταν Juno. Είναι ο δέκατος μήνας κατά το Εκκλησιαστικό ημερολόγιο που αρχίζει τον Σεπτέμβριο, και ο τέταρτος κατά το παλαιό ρωμαϊκό ημερολόγιο. Στο αττικό ημερολόγιο ήταν ο δωδέκατος μήνας και ονομάζονταν Σκιροφοριών διάρκειας 29 ημερών και αντιστοιχεί με το χρονικό διάστημα από 24 Μαΐου έως 22 Ιουνίου. Σε άλλες πόλεις της αρχαίας Ελλάδας τελευταίος μήνας του χρόνου θεωρούνταν ο Ποσειδεών ο οποίος στην Αθήνα λογίζονταν ως ο έκτος μήνας του έτους. 

Ονομασίες Ιουνίου 

Σε διαφορετικές περιοχές της Ελλάδος ο Ιούνιος έχει την δική του ξεχωριστή ονομασία. Στα Γρεβενά αναφέρεται ως Κερασάρης και στον Πόντο Κερασινός επειδή ωριμάζουν τακεράσια, ενώ λόγω του «ερινασμού» ή «ορνιασμού» (τεχνητή γονιμοποίηση με ορνούς ή καρπούς άγριας συκιάς) των ήμερων σύκων ονομάζεταιΟρνιαστής στην Άνδρο, Ρινιστής στην Πάρο και Απαρνιαστής σε διάφορα άλλα μέρη. Είναι όμως κυρίως γνωστός ως Θεριστής: «αρχές του Θεριστή, του δρεπανιού μας η γιορτή» αφού συνδέεται άμεσα με την ωρίμανση και τον θερισμό των δημητριακών. Το θέρισμα γίνεται με το δρεπάνι αρχίζοντας από το μέρος που έχει λυγίσει τα στάχυα ο αέρας.

Βν Γκόγκ  Σταροχώραφο μ κοράκια  

Μεταξύ των εθίμων του θερισμού αυτά που σχετίζονται με τα τελευταία στάχυα έχουν πολλά κοινά στοιχεία με άλλους ινδοευρωπαϊκούς λαούς. Σε μερικά μέρη άφηναν αθέριστα τα τελευταία στάχυα, ενώ σε άλλα έπλεκαν μια δέσμη, σε σχήμα σταυρού, που την έλεγαν χτένι, ψαθί ή σταυρό, και την τοποθετούσαν στο εικονοστάσι του σπιτιού. Την εποχή της σποράς τα έτριβαν κι ανακάτευαν τους κόκκους τους με το καινούργια σπόρο. Το αθέριστο κομμάτι ήταν τα γένια του νοικοκύρη, «αφήνω του ζευγολάτη τα γένια» έλεγαν, ενώ σε άλλες περιοχές ονομάζονταν «τα γένια του Θεού».

Στο τρίτο δεκαήμερο του Ιουνίου συμβαίνει το θερινό ηλιοστάσιο ή η θερινή τροπή του Ήλιου, το επονομαζόμενο «λιοτρόπι» από τον λαό μας, εξ ου και η ονομασία του Ιουνίου ως «Λιοτρόπης».
Στις 24 του μήνα έχουμε την γενέθλια εορτή του Αϊ-Γιάννη του Πρόδρομου: «Τ’ Αϊ-Γιαννιού του Λαμπαδάρη», εξ ου και το όνομα που δίνεται στον Ιούνιο «Αϊ-γιαννίτης» ή «Αγιογιαννίτης». Η γιορτή του είναι ταυτισμένη με δύο κύκλους εθίμων: με τον Κλήδονα αλλά και με τις φωτιές που ανάβονται την παραμονή της εορτής, απ' όπου προέρχονται και οι προσωνυμίες«Φανιστής» και «Ριζικάρης», αλλά και «Ριγανάς» επειδή εκείνη την ημέρα μάζευαν ρίγανη.




ΘΕΡΙΝΟ ΗΛΙΟΣΤΑΣΙΟ

Την 21η Ιούνη, έχουμε και αστρονομικά την έναρξη του καλοκαιριού. Αυτό συμβαίνει κατά την χρονική στιγμή κατά την οποία ο άξονας της Γης είναι στραμμένος όσο περισσότερο επιτρέπει η κλίση της Γης, μακριά από τον Ήλιο, κατά την ετήσια τροχιά της γύρω από αυτόν. Η στιγμή αυτή ονομάζεται ηλιοστάσιο του Ιούνη, ή θερινό ηλιοστάσιο. Κατά το ηλιοστάσιο του Ιούνη ο ήλιος φθάνει στο βορειότερο σημείο της Γης, με τις ακτίνες του να βρίσκουν κάθετα την επιφάνεια της Γης στον Τροπικό του Καρκίνου, όταν η Γη έχει κλίση περίπου 23,5° σε σχέση με τον κατακόρυφο άξονά της.
Κατά η διάρκεια του θερινού ηλιοστασίου η μέρα, έχει τις περισσότερες ώρες για εκείνους που ζουν στα βόρεια του Τροπικού του Καρκίνου (γεωγραφικό πλάτος 23.5° βόρεια). Όσοι ζουν ή ταξιδεύουν προς τα βόρεια, προς τον Αρκτικό Κύκλο (66,5° βόρεια από τον Ισημερινό) μπορούν να δουν τον «ήλιο του μεσονυκτίου», όπου ο ήλιος παραμένει ορατός σε όλη τη νύχτα, ενώ εκείνοι που ζουν ή ταξιδεύουν νότια προς τον Ανταρκτικό κύκλο (66,5° νότια από τον Ισημερινό)δεν θα δουν τον ήλιο κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου του έτους . Για εκείνους που ζουν κοντά στον Ισημερινό, ο ήλιος δεν κινείται πάνω-κάτω στον ουρανό. Αυτό σημαίνει ότι στη διάρκεια της ημέρας η θερμοκρασία δεν έχει μεγάλες διαφορές, ή είναι σχεδόν σταθερή.

Στο βόρειο ημισφαίριο, και την πρώτη μέρα του Χειμώνα (χειμερινό ηλιοστάσιο) για το νότιο ημισφαίριο της Γης. Η λέξη ηλιοστάσιο προέρχεται από το «ήλιος» και το «στέκομαι» ή «στάση» επειδή κοντά στα ηλιοστάσια (λίγες ημέρες πριν ή μετά) ο Ήλιος φαίνεται να επιβραδύνει τη φαινομενική κίνησή του προς τα βόρεια ή προς τα νότια (κίνηση στην απόκλιση), μέχρι που την ημέρα του ηλιοστασίου αυτή η κίνηση μηδενίζεται και αρχίζει να αντιστρέφεται. Και στα αγγλικά η λέξη solstice προέρχεται από τη λατινική λέξη “solstitium“, που σημαίνει «ήλιος-ακινητοποίηση», γιατί το σημείο στο οποίο ο ήλιος φαίνεται σταματά και να αντιστρέφει την κατεύθυνσή του (τροπή) μετά από αυτήν την ημέρα. Την ημέρα αυτή, ο ήλιος δεν ανατέλλει ακριβώς στα ανατολικά, αλλά ανεβαίνει στο βόρειοτερο σημείο από την ανατολή και δύει στο βορειότερο σημείο από τη δύση, παραμένοντας στον ουρανό για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Στο νότιο ημισφαίριο, το ηλιοστάσιο του Ιούνη είναι γνωστό ως η μικρότερη μέρα του χρόνου.


Το Ηλιοστάσιο στην παράδοση.

Το θερινό ηλιοστάσιο, η μεγαλύτερη ημέρα του χρόνου στο βόρειο ημισφαίριο, αποτελούσε ανέκαθεν πολύ σημαντικό γεγονός για το ανθρώπινο γένος. Οι αρχαίοι πολιτισμοί διοργάνωναν πολυήμερες γιορτές για να τιμήσουν τον Ήλιο. Σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία ο Ήλιος ήταν Τιτανίδης, παιδί του Υπερίωνα και της Θείας. Είχε δύο αδελφές. Την Σελήνη και την Ηώ. Από τον 5ο π.Χ. αιώνα με την πλήρη επιβολή του δωδεκάθεου δεν θεωρείται αυτοτελείς θεότητα αλλά συγχέεται με τον Απόλλωνα. Για τον λόγο αυτό ο Απόλλων καλείται και Φοίβος που σημαίνει λάμπων Θεός. Εκτός όμως από την ελληνική μυθολογία αναφορές στον Θεό βρίσκουμε και σε άλλους λαούς. Συναντάμε λοιπόν τον Σαμάςτων Βαβυλωνίων, τον Βαάλ των Ασσυρίων τον Ελ των Φοινίκων και των Χαναναίων, τον Μολώχ των Αμμωνιτών, τον Χιμώχ των Μωαβιτών, τον Άμμωνα Ρα και τον Φθά των Αιγυπτίων, τον Σούρυα των Ινδών, τον Μίθρα των Περσών, τον Σολ των Λατίνων, τον Γιαρίλα των Σλάβων, τον Μπελένος των Κελτών καθώς και τον θεό Ίντι στους Ίνκας και στους Ατζέκους.

Από τα προϊστορικά ακόμη χρόνια ο άνθρωπος υποδέχεται το καλοκαίρι με φωτιές τη νύχτα του ηλιοτρόπιου, την πιο μικρή νύχτα του χρόνου για το Βόρειο Ημισφαίριο, με τον ήλιο να στρέφεται προς το καλοκαίρι. Η νύχτα της 21ης Ιούνη είναι αυτή που ανάβουν οι φωτιές, στο κατώφλι του καλοκαιριού. Οι φωτιές τη νύχτα του Ηλιοτρόπιου έχουν σκοπό να εξαγνίσουν κάθε κακή τροπή, εξασφαλίζοντας στον ήλιο τον αιώνιο δρόμο στο δώμα του ουρανού. Στην Αρχαία Ελλάδα η νύχτα του Ηλιοτρόπιου, ήταν η γιορτή μιας ερωτικής μαγείας, με τους νέους να ανταλάσσουν ερωτικούς όρκους και να πηδούν πάνω από τις φωτιές για να εξαγνίσουν αυτούς τους όρκους αποδιώχνοντας κάθε επιβουλή. Ηταν οι φωτιές της τύχης, πηδώντας πάνω από τις φλόγες τρεις φορές. Οι Δρυίδες των αρχαίων Κελτών της Βρετανίας στο Στόουνχετζ. γιόρταζαν τις «Φωτιές της ακτής». Πρόκειται για έναν κύκλο μεγαλίθων, που κατασκευάστηκε μεταξύ του 2500 π.Χ. και του 2000 π.Χ. Στα ερείπια του Stonehenge, η ανατολή του θερινού ηλιοστασίου εμφανίζεται στον ορίζοντα σε ευθυγράμμιση με την ογκώδη κύρια πέτρα του μνημείου. Κάθε χρόνο, τουρίστες από κάθε γωνιά του κόσμου το επισκέπτονται αυτή την ημέρα.

Στη Ρώμη γιόρταζαν τα «Βεστάλια», μια γιορτή προς τιμήν της θεάς Βεστά, που είναι η Ελληνική Εστία, και αυτές οι γιορτές της φωτιάς διαρκούσαν μια ολόκληρη εβδομάδα. Οι Γαλάτες γιόρταζαν την Επόνα, μια θηλυκή θεότητα που την απεικόνιζαν συνήθως να καβαλά μια φοράδα. Αυτή η θεότητα ήταν η προσωποποίηση της. Οι Κέλτες της Ευρώπης υποδέχονταν και εκείνοι με φωτιές το καλοκαίρι, τη νύχτα του Ηλιοτρόπιου. Νεαρά ζευγάρια πηδούσαν πάνω από τις φωτιές και πίστευαν πως όσο πιο ψηλά πηδήσουν πάνω από τις φλόγες, τόσο πιο πολύ θα μεγάλωναν τα σπαρτά. Στην αρχαία Κίνα αυτή η νύχτα ήταν αφιερωμένη στις θηλυκές δυνάμεις της γής, τις γιν δυνάμεις. Οι ιθαγενείς φυλές της Αμερικής όπως οι Natchez έκαναν την γιορτή της πρώτης συγκομιδής. Σε κανέναν δεν ήταν επιτρεπτό να μαζέψει το καλαμπόκι του πριν την λήξη της. Στην φυλή Χόπι οι άνδρες μεταμφιεζόταν σε Kachinas, τα πνεύματα χορευτές της βροχής, που μεταφέρουν τα μηνύματα των ανθρώπων στους θεούς.

Στη σημερινή Ελλάδα, υπάρχουν ακόμη στη θέση εκείνης της γιορτής, οι Φωτιές του Αη-Γιαννιού, του Κλήδονα, που σε κάποιες περιοχές τις λένε «του Αη-Γιαννιού του ηλιοτροπιού», προσδιορίζοντας επακριβώς την καταγωγή του εορτασμού, που αντί για τις 21 Ιουνίου, γίνεται την παραμονή του Αη-Γιάννη, δηλαδή τη νύχτα της 23ης Ιουνίου. Και σήμερα ακόμη, σε πολλά μέρη της Ελλάδας, οι φωτιές ανάβουν με τη δύση του ήλιου και στις φλόγες τους ρίχνονται τα ξερά στεφάνια της πρωτομαγιάς, ενώ αυτοί που πηδούν ύστερα πάνω από τις φωτιές κάνουν κρυφές ευχές μέσα τους, ελπίζοντας να ευοδωθούν. Φαίνεται ότι ούτε η χριστιανική θρησκεία κατάφερε τελικά να ξερριζώσει αυτές τις αρχαιότροπες δοξασίες, ακόμη και όταν οι τελετουργοί απειλήθηκαν με διωγμούς από την 6η Οικουμενική Σύνοδο, το 680 μ.Χ.
Διαβάστε περισσότερα εδώ 





Γιῶργος Σεφέρης - Θερινὸ Ἡλιοστάσι

Α´

Ὁ μεγαλύτερος ἥλιος ἀπὸ τὴ μιὰ μεριὰ
κι ἀπὸ τὴν ἄλλη τὸ νέο φεγγάρι
ἀπόμακρα στὴ μνήμη σὰν ἐκεῖνα τὰ στήθη.
Ἀνάμεσό τους χάσμα τῆς ἀστερωμένης νύχτας
κατακλυσμὸς τῆς ζωῆς.
Τ᾿ ἄλογα στ᾿ ἁλώνια
καλπάζουν καὶ ἱδρώνουν
πάνω σὲ σκόρπια κορμιά.
Ὅλα πηγαίνουν ἐκεῖ
καὶ τούτη ἡ γυναῖκα
ποὺ τὴν εἶδες ὄμορφη, μιὰ στιγμὴ
λυγίζει δὲν ἀντέχει πιὰ γονάτισε.
Ὅλα τ᾿ ἀλέθουν οἱ μυλόπετρες
καὶ γίνουνται ἄστρα.

Παραμονὴ τῆς μακρύτερης μέρας.

Β´

Ὅλοι βλέπουν ὁράματα
κανεὶς ὡστόσο δὲν τ᾿ ὁμολογεῖ·
πηγαίνουν καὶ θαρροῦν πὼς εἶναι μόνοι.
Τὸ μεγάλο τριαντάφυλλο
ἤτανε πάντα ἐδῶ
στὸ πλευρό σου βαθιὰ μέσα στὸν ὕπνο
δικό σου καὶ ἄγνωστο.
Ἀλλὰ μονάχα τώρα ποὺ τὰ χείλια σου τ᾿ ἄγγιξαν
στ᾿ ἀπώτατα φύλλα
ἔνιωσες τὸ πυκνὸ βάρος τοῦ χορευτῆ
νὰ πέφτει στὸ ποτάμι τοῦ καιροῦ -
τὸ φοβερὸ παφλασμό.

Μὴ σπαταλᾷς τὴν πνοὴ ποὺ σοῦ χάρισε
τούτη ἡ ἀνάσα.

Διαβάστε περισσότερα εδώ 


Το Καλαντάρι του Ιουνίου από το Très riches heures du duc de Berry


ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ 

ΠΑΡΟΙΜΙΕΣ

Το τραγούδι του Θεριστή, η χαρά του Αλωνιστή.
Μάρτης έβρεχε, Θεριστής τραγούδαγε.
Γενάρη πίνουν το κρασί, το Θεριστή το ξύδι.
Από το θέρος ως τις ελιές, δεν απολείπουν οι δουλειές.
Θέρος , τρύγος , πόλεμος ....και στο αλώνισμα χαρές!
Από την αρχή του Θεριστή, του δρεπανιού μας η γιορτή.
Μάρτης έβρεχε, θεριστής εχαίρονταν.
Θέρος, τρύγος, πόλεμος, αποσταμό δεν έχουν.
Τον Ιούνιο αφήνουν το δρεπάνι και σπέρνουν το ρεπάνι.

ΕΘΙΜΑ-ΠΡΟΛΗΨΕΙΣ:



ΤΟΥ ΘΕΡΙΣΜΟΥ: Στο Δρυμό θεσ/κης & αλλού, το πρώτο δεμάτι σταχυών που δένουν, το στήνουν όρθιο και το προσκυνούν, ενώ ο νοικοκύρης ρίχνει νομίσματα. 

Στη Σκύρο σαν αποθερίσουν, αφήνουν δύο λημάρια αποθέρι στο χωράφι άθερα, για χαρά του χωραφιού και για να φάνε τα πουλιά και τα αγρίμια. 
Στο Μανιάκι Πυλίας αφήνουν ένα κομμάτι αθέριστο και λένε ότι είναι τα γένια του νοικοκύρη, τον οποίο σηκώνουν στα χέρια ψηλά & τον αφήνουν να πατήσει στη γη, μόνο αν τάξει στους θεριστές κρασί και κότα.
Στην Κάρπαθο χαράσσουν με το δρεπάνι ένα κύκλο, που περιλαμβάνει τα τελευταία στάχυα. Στον κύκλο μπαίνει η νεαρότερη θερίστρια, σταυροκοπιέται και πετάει επάνω το δρεπάνι της φωνάζοντας: «Και του χρόνου, καλαλωνεμένα, καλοφαωμένα, καλοπρουκισμένα!»

ΤΟ ΤΖΙΤΖΙΡΟΚΛΙΚΟ (Νέο Σούλι Σερρών) Η λέξη είναι σύνθετη από το τζίτζιρας (= τζίτζικας) και το κλίκι (= τσουρέκι, το κικλίσκιον των Βυζαντινών). Το ζύμωναν, τον Ιούνιο με Ιούλιο, με το πρώτο αλεύρι από την καινούργια σοδειά σιταριού. Ήταν ένα μικρό καρβέλι, βάρους ενός κιλού περίπου, με μια τρύπα στη μέση, όπου έβαζαν ένα κλωνάρι βασιλικό. Το πήγαιναν στη βρύση της γειτονιάς, στο «σουλ’ ναρ», και πριν το τοποθετήσουν κάτω από τη βρύση, απ’ το «λουλά», έκοβαν βιαστικά, μικροί μεγάλοι, από ένα κομμάτι. Παράλληλα ακουγόταν και η ευχή: «όπως τρέχ’ του νιρό, να τρέχ’ κι του μπιρικέτ’ ». Ό,τι απέμενε, το άφηναν στη μια εσοχή της βρύσης, για να το φάει ο τζίτζικας το χειμώνα.

TΟ «ΣΤΙΦΑΔΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΕΤΡΟΥ». Η αρχή αυτού του εθίμου τοποθετείται, σύμφωνα με τις τοπικές παραδόσεις, στα χρόνια της τουρκοκρατίας. Όπως λέγεται, ένας χριστιανός, από τα ΣΠΑΤΑ ΑΤΤΙΚΗΣ, κατόρθωσε να αποφύγει τη σύλληψη και τη θανάτωσή του από τους Τούρκους με τη βοήθεια του Αγίου Πέτρου, γι’ αυτό κι έταξε να θυσιάσει ένα μοσχάρι στη γιορτή του. Αλλά όταν ήρθε η μέρα αυτή, μετάνιωσε για το τάμα του και θυσίασε ένα αρνί. Το ταμένο όμως ζώο ήρθε μοναχό του και ξεψύχησε μπροστά στην εκκλησία. Το γεγονός αυτό έκανε μεγάλη εντύπωση και οι Σπαταναίοι άρχισαν από τότε να κάνουν θυσία κάθε χρόνο στον άγιο.
Σήμερα αγοράζεται με κοινή εισφορά ένας μεγάλος αριθμός από βοοειδή και με το κρέας τους παρασκευάζεται «στιφάδο». Αντιμετωπίζουν μάλιστα σαν θαύμα το γεγονός, ότι τα μάτια δεν δακρύζουν από το πολύωρο καθάρισμα τόνων κρεμμυδιών. Το πρωί μετά τη θεία λειτουργία, μοιράζεται στους πανηγυριστές, αφού βράσει όλο το βράδυ σε μεγάλα καζάνια. 
William Adolphe Bouguereau (1825-1905) Durst
ΑΙ ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΛΗΔΟΝΑΣ 

Στις 24 Ιουνίου έχουμε τη γενέθλια εορτή του Αϊ-Γιάννη του Προδρόμου: «Τ’ Αϊ-Γιαννιού του Λαμπαδάρη», εξ ου και το όνομα που δίνεται στον Ιούνιο «Αϊ-Γιαννίτης» ή «Αγιογιαννίτης». Η γιορτή του είναι ταυτισμένη με δυο κύκλους εθίμων: με τον Κλήδονα και τις φωτιές που ανάβουν την παραμονή. Εξ ου και οι προσωνυμίες «Φανιστής» και «Ριζικάρης», αλλά και «Ριγανάς», επειδή εκείνη την ημέρα μάζευαν ρίγανη.
Κληδών (γεν. κληδόνος) στην αρχαιότητα σήμαινε οιωνός ή προμήνυμα. Ο Γεώργιος Ν. Αικατερινίδης μας περιγράφει: «Την παραμονή της γιορτής του Αϊ-Γιάννη πηγαίνει ένα παιδί που ζουν και οι δυο γονείς του (αμφιθαλές) και φέρνει «αμίλητο» νερό στο σπίτι όπου έχουν συμφωνήσει να γίνει ο Κλήδονας. Το αμίλητο νερό το βάζουν σε μια στάμνα και μέσα ρίχνουν τα ριζικάρια, δηλαδή από ένα φρούτο ή κάποιο μικροαντικείμενο, με ένα χαρακτηριστικό σημάδι, για να ξεχωρίζει ο κάτοχός του. Σκεπάζουν έπειτα το σταμνί μ’ ένα κόκκινο πανί, βάζουν πάνω μια κλειδαριά (εξ ου και η εσφαλμένη γραφή Κλείδονας) και το αφήνουν τη νύχτα έξω στο ύπαιθρο για να «αστρονομηθεί», να δεχτεί τη μαγική επήρεια των άστρων. Την επαύριο φέρνουν το σταμνί στο σπίτι, μαζεύονται όλοι γύρω-γύρω κι ένα παιδί, αμφιθαλές και αυτό, βγάζει τα ριζικάρια, ενώ οι άλλοι τραγουδούν ένα αλληγορικό δίστιχο».

Το αρχαιοελληνικό έθιμο του Κλήδονα περιγράφεται ως εξής από τον Ηλία Αναγνωστάκη: «…μια κόρη στο πηγάδι, στο βρύσιμο του Ιούνη και του κλήδονα, είναι η αληθινή πηγή της ζωής, που περιμένει το γυρισμό. Είναι η νέα που στου Αϊ-Γιαννιού, στις 24 του Ιούνη, γίνεται η Καλλινίτσα, πηδά τις φωτιές, ζυμώνει την αλμυροκουλούρα και, τρώγοντάς την , από τη δίψα θα ονειρευτεί μέσα στη νύχτα τον νέο που της προσφέρει την ερωτική δροσιά, το νερό να ξεδιψάσει. Κι ακόμη, είναι η νέα που φέρνει το αμίλητο νερό, ανοίγει τον κλήδονα, ψάχνει τον ήλιο-σύντροφο μέσα στο σκοτεινό, σαράντα οργιές βαθύ, πηγάδι του έρωτα. Και για τους δυο, κόρη και νέο, το νερό κοιμάται, είναι αμίλητο και μόνον λάλον είναι το ύδωρ της μαντικής κατασταλίας του κλήδονα και του στοιχείου: θεριόνερο, νεραϊδόνερο».

Στην Κοζάνη το έθιμο του «Κλήδονα» αναβιώνει κάθε χρόνο στην Αιανή και στο Χρώμιο: «Κάθε 23 Ιούνη το απόγευμα, στην πιο όμορφη και λουλουδένια αυλή ενός σπιτιού, μαζεύονται γυναίκες, παραδοσιακά ντυμένες, για να στολίσουν ένα γκιούμι με λουλούδια. Ταυτόχρονα οι ελεύθερες κοπέλες δένουν στο δαχτυλίδι τους μια κόκκινη κλωστή, το ρίχνουν στο γκιούμι που το γεμίζουν με νερό και τραγουδούν. Την επομένη το απόγευμα μαζεύονται και πάλι οι γυναίκες του χωριού, μια ελεύθερη κοπέλα παίρνει το στολισμένο γκιούμι και με τραγούδια στο δρόμο πάνε στις 3 βρύσες. Εκεί γεμίζουν και αδειάζουν τρεις φορές το γκιούμι και τραγουδούν σε τοπική διάλεκτο. Με τραγούδια καταλήγουν στην πλατεία, με ορχήστρα χορεύουν και ενδιάμεσα στο γλέντι βγάζουνε τα «κλήδονα». Μια ελεύθερη κοπέλα τραβάει μέσα από το γκιούμι ένα δαχτυλίδι που θα αναδείξει την πρώτη κοπέλα που θα αρραβωνιαστεί . Και έτσι το γλέντι συνεχίζεται ως αργά»,


Αν και τα έθιμα αυτά της υπαίθρου, που τα κρατούσε ζωντανά στην πόλη η «γειτονιά», σιγά-σιγά λησμονιούνται, οι παλιότεροι δεν μπορούμε να ξεχάσουμε τις παιδικές αναμνήσεις μας και τα πηδήματα πάνω από τις φωτιές του Αϊ-Γιάννη. Αναμνήσεις που αναβιώνουν κάθε φορά που ακούς τραγούδια όπως εκείνο του Λευτέρη Παπαδόπουλου για ΄κεινο το Σάββατο κι απόβραδο στην Αριστοτέλους που «φωτιές ανάβανε στους απάνω δρόμους/τ’ Αϊ-Γιάννη θα ‘τανε θαρρώ». Ή εκείνο το άλλο του Μάνου Ελευθερίου: «Ανάβουνε φωτιές στις γειτονίες, του Αϊ-Γιάννη / αχ πόσα τέτοια ξέρεις και μου λες / που ‘χουν πεθάνει».


Στίχοι: Μάνος Ελευθερίου
Μουσική: Δήμος Μούτσης
Πρώτη εκτέλεση: Δημήτρης Μητροπάνος

Η σούστα πήγαινε μπροστά
κι ο μάγκας τοίχο-τοίχο
δεν έτυχε στα χρόνια αυτά
τίποτα να πετύχω

Ανάβουνε φωτιές στις γειτονιές
του Αη-Γιάννη αχ πόσα ξέρεις και μου λες
αχ πόσα τέτοια ξέρεις και μου λες
που 'χουν πεθάνει

Με βάλαν πάνω στην κορφή
στ' αγριεμένο κύμα
στης Σμύρνης την καταστροφή
στ' άδικο και στο κρίμα

Ανάβουνε φωτιές στις γειτονιές
του Αη-Γιάννη αχ πόσα ξέρεις και μου λες
αχ πόσα τέτοια ξέρεις και μου λες
που 'χουν πεθάνει

Alphonse Mucha, Ιούνιος. 1899.



 ΕΟΡΤΕΣ 

«Η ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ, ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ». Η γενέθλιος ημέρα της εκκλησίας του Χριστού. Την ίδια μέρα γίνεται μεσολογγίτικη γιορτή στη μνήμη και την ψυχανάπαυση των πεσόντων της Εξόδου, στο μοναστήρι του Αγίου Συμεών, στους πρόποδες του βουνού Ζυγός, κοντά στο Μεσολόγγι (τόπος συνάντησης των «Ελεύθερων πολιορκημένων», αν βέβαια τα είχαν καταφέρει).



Ἀπολυτίκιο

Ήχος πλ. δ'.

Εὐλογητὸς εἶ Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ πανσόφους, τοὺς ἁλιεῖς ἀναδείξας, καταπέμψας αὐτοῖς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, καὶ δι' αὐτῶν, τὴν οἰκουμένην σαγηνεύσας· φιλάνθρωπε, δόξα σοι.

Κοντάκιο
Ἦχος πλ. δ΄.
Ὅτε καταβὰς τὰς γλώσσας συνέχεε, διεμέριζεν ἔθνη ὁ Ὕψιστος· ὅτε τοῦ πυρὸς τὰς γλώσσας διένειμεν, εἰς ἑνότητα πάντας ἐκάλεσε· καὶ συμφώνως δοξάζομεν, τὸ πανάγιον Πνεῦμα.



Πέτρου και Παύλου 29 Ιουνίου 

Ἀπολυτίκιο
Ἦχος δ’.
Οἱ τῶν Ἀποστόλων πρωτόθρονοι, καὶ τῆς Οἰκουμένης διδάσκαλοι, τῷ Δεσπότῃ τῶν ὅλων πρεσβεύσατε, εἰρήνην τῆ οἰκουμένῃ δωρήσασθαι, καὶ ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν τὸ μέγα ἔλεος.

Κοντάκιο
Ἦχος β’. Τοὺς ἀσφαλεῖς.
Τοὺς ἀσφαλεῖς καὶ θεοφθόγγους κήρυκας, τὴν κορυφὴν τῶν Μαθητῶν σου Κύριε, προσελάβου εἰς ἀπόλαυσιν, τῶν ἀγαθῶν σου καὶ ἀνάπαυσιν, τοὺς πόνους γὰρ ἐκείνων καὶ τὸν θάνατον, ἐδέξω ὑπὲρ πᾶσαν ὁλοκάρπωσιν, ὁ μόνος γινώσκων τὰ ἐγκάρδια.




Αγίων Αποστόλων 30 Ιουνίου 

Ἀπολυτίκιο
Ἦχος γ’. Τὴν ὡραιότητα.
Ὡς δωδεκάπυρσος, λυχνία ἔλαμψαν, οἱ Δωδεκάριθμοι, Χριστοῦ Ἀπόστολοι, Πέτρος καὶ Παῦλος σὺν Λουκᾶ, Ἀνδρέας καὶ Ἰωάννης, Βαρθολομαῖος Φίλιππος, σὺν Ματθαίω καὶ Σίμωνι, Μᾶρκος καὶ Ἰάκωβος, καὶ Θωμὰς ὁ μακάριος, καὶ ηὔγασαν τοὺς πίστει βοώντας χαίρετε Λόγου οἱ αὐτόπται.
 Ἀπολυτίκιο
Ἦχος δ’.
Οἱ τῶν Ἀποστόλων πρωτόθρονοι, καὶ τῆς Οἰκουμένης διδάσκαλοι, τῷ Δεσπότῃ τῶν ὅλων πρεσβεύσατε, εἰρήνην τῆ οἰκουμένῃ δωρήσασθαι, καὶ ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν τὸ μέγα ἔλεος.
Ἀπολυτίκιο
Ἦχος γ´.
Ἀπόστολοι Ἅγιοι, πρεσβεύσατε τῷ ἐλεήμονι Θεῷ , ἵνα πταισμάτων ἄφεσιν, παράσχῃ ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν. 

Willem Van Mieris Leiden - Aeneas carrying his father Anchises




Η ΓΙΟΡΤΗ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ 

Πότε είναι η γιορτή του πατέρα

Στην πραγματικότητα η ημερομηνία αλλάζει από χώρα σε χώρα. Στις περισσότερες χώρες γιορτάζεται τον Ιούνιο, ενώ υπάρχουν και χώρες στο νότιο ημισφαίριο όπως η Αυστραλία, που γιορτάζουν την ημέρα του πατέρα τον Σεπτέμβριο.
Στην Ελλάδα, όπως και στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, η γιορτή του πατέρα είναι κινητή και γιορτάζεται πάντα τη τρίτη Κυριακή του Ιουνίου.

Τι γιορτάζουμε την ημέρα του πατέρα;

Η γιορτή του πατέρα είναι μια ημέρα αφιερωμένη σε όλους τους πατεράδες του κόσμου κατά αντιστοιχία με τη γιορτή της μητέρας. 
Η γιορτή του πατέρα δεν αφορά μόνο τους πατεράδες, αλλά την πατρότητα γενικά και την συνεισφορά των μπαμπάδων στο κοινωνικό σύνολο.
Στην ουσία είναι μια γιορτή που έχει ως στόχο να δείξει ότι ο ρόλος του πατέρα είναι εξίσου σημαντικός με αυτόν της μητέρας δεδομένου ότι πολύ συχνά στην κοινωνία μας οι μπαμπάδες περνούν σε δεύτερη μοίρα.

Η γιορτή ξεκίνησε από την Αμερική στις αρχές του 20ου αιώνα εμπνευσμένη από την πρώτη γιορτή της μητέρας. Ωστόσο δεν γνώρισε μεγάλη ανταπόκριση και έμεινε στο περιθώριο για αρκετά χρόνια.
Αν και έγιναν κάποιες σπασμωδικές απόπειρες για επισημοποίηση της γιορτής, μόλις το 1966 καθιερώθηκε επίσημα από τον τότε πρόεδρο των ΗΠΑ Lyndon Johnson και οριστικοποιήθηκε το 1972 από τον πρόεδρο Νίξον.

Στην Ελλάδα η γιορτή καθιερώθηκε από τον τον σύλλογο διαζευγμένων αντρών, λόγω της απαξίωσης που αντιμετώπιζαν οι πατεράδες από τα δικαστήρια σχετικά με την επιμέλεια των παιδιών όταν εκδικάζονταν τα διαζύγια.
Σήμερα η γιορτή έχει εθιμοτυπικό χαρακτήρα ως συμπληρωματική της γιορτής της μητέρας.
Αφιέρωμα στη γιορτή του πατέρα δείτε εδώ 


Eugene Grasset  Month Of June


ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ 


Κική Δημουλά - Ζούγκλα


“Πρωί κι όλα του κόσμου/ στημένα
στην ιδεώδη απόσταση μιας μονομαχίας.
Τα όπλα έχουν διαλεχτεί/ τα ίδια πάντα,
οι ανάγκες σου, οι ανάγκες μου.
Αυτός που θα μέτραγε ένα δύο τρία πυρ
καθυστερούσε,/ κι ώσπου να ‘ρθει
καθίσαμε στην ίδια καλημέρα
και χαζεύαμε τη φύση.

Η εξοχή βρισκόταν στην ήβη/ και το πράσινο ασελγούσε.
Κραυγές τροπαιοφόρου θηριωδίας/ έσερνε ο Ιούνιος της υπαίθρου.
Πιανόταν και πηδούσε/ από κλαδί δέντρων και αισθήσεων,
Ταρζάν ταινίας μικρού μήκους/ που κυνηγάει αθέατα θηρία
στη μικρή ζούγκλα μιας ιστορίας.
Το δάσος υποσχότανε πουλιά/ και φίδια.
Δηλητηριώδης αφθονία αντιθέτων.
Το φως έπεφτε καταπέλτης, σε ό, τι δεν ήταν φως,
κι η ερωτομανής λαμπρότης
παράφορα φιλούσε κι ό, τι δεν ήταν έρωτας,
μέχρι και τη δική σου συνοφρύωση.

Στη μικρή εκκλησία άλλος κανείς
εκτός από το πολύ όνομά της, Ελευθερώτρια.
Ένας Χριστός περίφροντις
μέτραγε με το πάθος του φιλάργυρου/ το βιος του:
καρφιά κι αγκάθια.
Επόμενο ήταν να μην έχει ακούσει
τους πυροβολισμούς.”
(Κική Δημουλά, Ποιήματα, Ίκαρος) 


Κωνσταντίνος Καβάφης - 27 Iουνίου 1906, 2 μ.μ

Σαν το ’φεραν οι Xριστιανοί να το κρεμάσουν
το δεκαεφτά χρονώ αθώο παιδί,
η μάνα του που στην κρεμάλα εκεί κοντά
σέρνονταν και χτυπιούνταν μες στα χώματα
κάτω απ’ τον μεσημεριανό, τον άγριον ήλιο,
πότε ούρλιαζε, και κραύγαζε σα λύκος, σα θηρίο
και πότε εξαντλημένη η μάρτυσσα μοιρολογούσε
«Δεκαφτά χρόνια μοναχά με τα ’ζησες, παιδί μου».
Κι όταν το ανέβασαν την σκάλα της κρεμάλας
κι επέρασάν το το σκοινί και το ’πνιξαν
το δεκαεφτά χρονώ αθώο παιδί,
κ’ ελεεινά κρεμνιούνταν στο κενόν
με τους σπασμούς της μαύρης του αγωνίας
το εφηβικόν ωραία καμωμένο σώμα,
η μάνα η μάρτυσσα κυλιούντανε στα χώματα
και δεν μοιρολογούσε πια για χρόνια τώρα·
«Δεκαφτά μέρες μοναχά», μοιρολογούσε,
«δεκαφτά μέρες μοναχά σε χάρηκα, παιδί μου».

(Από τα Κρυμμένα Ποιήματα 1877;-1923, Ίκαρος 1993) 


Ενα ψηφιδωτό του Ιουνίου από τον αρχαίο Θύσδρο, το σημερινό el Djem της Τυνησίας.
Τον Ιούνιο αποδίδονται τρεις άνδρες να πίνουν μέσα σ'ένα καλυβάκι. Πηγή: www.lifo.gr



Ρένα Καρθαίου - Ιούνιος

Ο Ιούνης με καπέλο
ψάθινο και με γυαλιά ,
τα παιδιά αποχαιρετάει
απ' του σχολειού την αγκαλιά .


Τζιουζέπε Ουνγκαρέτι - Ιούνιος

“Όταν/ η νύχτα αυτή/ μου πεθάνει
και σαν τρίτος/ να την κοιτάζω θα μπορώ
κι όταν αποκοιμηθώ/ στο θρόισμα
των κυμάτων/ που έρχονται/ να τυλιχτούν
στο φράχτη από ακακίες/ του σπιτιού μου
Όταν ξαναξυπνήσω/ μες στο κορμί σου
που πάλλεται/ σαν τη φωνή του αηδονιού
Εξαντλείται/ όπως το στιλπνό
χρώμα/ του ώριμου σταριού
Στη διαφάνεια/ του νερού
το μεταξένιο χρυσάφι/ της επιδερμίδας σου
θα θαμπώσει
Καθώς θα ξεπετιέσαι
απ’ τις ηχηρές/ πλάκες
του αγέρα θα ‘σαι/ ίδια/ πάνθηρας
Στις κινούμενες/ κόψεις
της σκιάς/ θα φυλλορροήσεις
Μουγκρίζοντας/ σιωπηλή
στον κουρνιαχτό εκείνο/ θα με πνίξεις
Ύστερα/ τα βλέφαρα θα μισοκλείσεις
Θα δούμε τον έρωτά μας να γέρνει/ σαν δειλινό
Ύστερα θα δω γαληνεμένος
στον ασφάλτινο ορίζοντα/ των ιρίδων σου
να μου πεθαίνουν/ οι κόρες των ματιών
Τώρα/ η αιθρία έχει κλείσει
όπως/ την ώρα ετούτη
στην αφρικάνικη πατρίδα μου/ τα γιασεμιά
Τον ύπνο μου έχασα
Τρεμοσβήνω/ στην άκρη ενός δρόμου
σαν πυγολαμπίδα
Θα μου πεθάνει/ η νύχτα αυτή;”
(Τζιουζέπε Ουνγκαρέτι, Ποιήματα, εκδ. Ίκαρος)


Ξυλογραφία  του Σπύρου Βασιλείου






ΟΚΤΑΒΙΟ ΠΑΖ - ΑΤΟΦΙΟΣ ΑΝΕΜΟΣ
(Απόσπασμα)

Αέναο είναι το παρόν
21 του Ιούνη
Αρχίζει σήμερα το καλοκαίρι

Δυο τρία πουλιά
Έναν κήπο ανακαλύπτουν
Εσύ διαβάζεις, τρως ένα ροδάκινο
Πάνω στο κόκκινο κάλυμμα
Γυμνή
Σαν το κρασί στο γυάλινο σταμνί……
Αέναο είναι το παρόν
Ο ήλιος εκοιμήθηκε στη μέση των βυζιών σου
Το κόκκινο κάλυμμα μαύρο είναι και πάλλει
Ούτε πλανήτης ούτε στολίδι
Φρούτο
Το όνομά σου χουρμάς
Datia
Κάστρο από αλάτι αν επιτρέπεις
κηλίδα κόκκινη
πάνω στην πέτρα αναίσθητη….
Αν η φωτιά είναι νερό
Είσαι μια διάφανη σταγόνα
Αληθινό κορίτσι
Διαφάνεια του κόσμου
Αέναο είναι το παρόν….
Μόνο τα μάτια σου ανθρώπινο νερό
Και κάτω
Στο ραγισμένο διάστημα
Ο πόθος σε σκεπάζει με δυο φτερούγες μαύρες
Τα μάτια σου ανοιγοκλείνουν
Ζώα που φωσφορίζουνε
Και κάτω
Το ζεστό φαράγγι
Το κύμα που διαστέλλεται και σπάει
Οι ανοιχτές σου γάμπες
Λευκότης που βυθίζεται
Ο αφρός των σωμάτων μας παραδομένων…


Γιάννης Ρίτσος, [Ιούνιος μήνας]

“Είχαν αρχίσει οι ζέστες – Ιούνιος μήνας –
άλλαζες κάθε τόσο θέση στο κρεβάτι
ζητώντας το δροσερό μέρος στα σεντόνια,
μη βρίσκοντας δροσιά. Κι αυτή η ταυτόχρονη
καταδίκη και αθώωση. Φωνάζανε οι γρύλοι.

Οι φρουροί αποκοιμήθηκαν πάνου στα όπλα τους.
Το φεγγάρι στάθηκε να τους κοιτάζει.
Ένα πουλί ξύπνησε.
Το ποτάμι κυλούσε.

Τότε ακριβώς, ο πιο μεγάλος έκανε μια κίνηση
σα ν’ άπλωνε τον ουρανό πάνου στα γόνατά του
κι άρχισε να ράβει τ’ αστέρια στη θέση τους
όπως ράβει ο φυλακισμένος τα κουμπιά στο σακάκι του.”
(Γ. Ρίτσος, Ποιήματα, Προσχέδια, τ. 3ος, Κέδρος)


Γιάννης Ρίτσος - Ἐρωτικὴ ἱστορία (γ)

Δυὸ χρόνια ἐκείνη τὸν περίμενε, μὲ τὴν ψυχή στὰ δόντια, ὅπως λένε,
κ’ ἐκεῖνος ἦρθε κάποια μέρα, ἀρχὲς τῆς ἄνοιξης, σὰ νὰ μὴν εἶχε συμβεῖ τίποτα.
Αὐτό ἀκριβῶς τὴ σκότωσε. Δέν κατάλαβε ἐκεῖνος
πὼς ἦταν πεθαμένη ἀντίκρυ του, μὲ φόντο
ἕνα περίλαμπρο, τετράγωνο, ἀνοιχτό παράθυρο.

Τὴν κοίταζε μ’ ἐρωτικὴν αὐτοπεποίθηση,
μ’ αὐτὴ τὴν εὔκολη, σχεδόν ἐπαγγελματική, ἀσκημένη ἐπιθυμία. Τὸ βλέμμα του
ζεστά ψυχρό τρυπάνιζε κάποια παλιά ναρκωμένη πληγή μὲς στὰ ὀστά της.

Κ’ ἤτανε μιὰ σκηνή παράξενη κι ὡραία, σὰν κάποιος
νἄχε πεθάνει ἀμίλητος στὴν πολυθρόνα τοῦ ὀδοντιατρείου
κι ὁ γιατρὸς νὰ συνέχιζε ἥσυχα νὰ τοῦ σφραγίζει ἕνα δόντι
ἐνῶ ὁ ἥλιος τοῦ Ἰουνίου λαμποκοποῦσε στὸ καφετί πετσί τῆς πολυθρόνας. 



The Month of June/
The Sign of Cancer,
 from The Grotesque 
Monthsc. 1726

Γιώργος Σεφέρης - Μέρες του Ιουνίου ’41

Βγήκε το νέο φεγγάρι στην Αλεξάνδρεια
κρατώντας το παλιό στην αγκαλιά του
κι εμείς πηγαίνοντας κατά την Πόρτα του Ήλιου *
μες στο σκοτάδι της καρδιάς — τρεις φίλοι.

Ποιός θέλει τώρα να λουστεί στα νερά του Πρωτέα;
Τη μεταμόρφωση τη γυρέψαμε στα νιάτα μας
με πόθους που έπαιζαν σαν τα μεγάλα ψάρια
σε πέλαγα που φύραναν ξαφνικά·
πιστεύαμε στην παντοδυναμία του κορμιού.

Και τώρα βγήκε το νέο φεγγάρι αγκαλιασμένο
με το παλιό· με τ’ όμορφο νησί ματώνοντας
λαβωμένο· το ήρεμο νησί, το δυνατό νησί, το αθώο.
Και τα κορμιά σαν τσακισμένα κλαδιά
και σαν ξεριζωμένες ρίζες.

Η δίψα μας
ένιππος φύλακας μαρμαρωμένος
στη σκοτεινή πόρτα του Ήλιου
δεν ξέρει να ζητήσει τίποτε: φυλάγεται
ξενιτεμένη εδώ τριγύρω
κοντά στον τάφο του Μεγάλου Αλεξάντρου.
(Κρήτη – Αλεξάνδρεια – Νότιος Αφρική, Μάης ‒ Σεπτέμβρης 1941)
ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑΤΟΣ, Β΄ 






Τάκης Σινόπουλος  - Η τελευταία κραυγή

(απόσπασμα)


Στεγνός επύρωνε κι αθέριστος Ιούνιος μήνας
σε τούτο το ύψωμα σε φωτεινούς αγρούς…
Τι να ‘ναι αναρωτήθηκα τούτο το κάλεσμα
που έτσι γλυκά σα μέθη ολάκερο με πλημμυρίζει…

Κι όπως λαχτάραγα να σηκωθώ στον ώμο μ’ άγγιξε
το χέρι ανάλαφρο δίνοντας με ταραχή βαθιά.
Σχήμα δεν έβλεπα μα το άγγιγμα…
της παρουσίας αυτής που μ’ αιχμαλώτιζε
μέσα μου εξύπναγε τ’ ανθρώπινο κι η δίψα
πρωτόγονη ακυβέρνητη…
κι εχτύπαγε με δύναμη τις σφραγισμένες θύρες.
Μνήμες δεσπόζουσες τυφλές μαινάδες μνήμες
εντός μου εκραύγαζαν ανάστατες…
Και τότε ορθώθηκα
κι άνοιξα διάπλατα τα κοιμισμένα μάτια κι είδα
το καύχημα του σώματος σε νικητήριαν άνθηση…
Πρώτη ήρθε η Σκίλα ελάφι ανήσυχο…
Καταμεσής στα μάτια ορθή σάρκα μονάχα σάρκα
με τους ηδονικούς αρμούς ολόγυμνους…
κι οι λόγοι που δεν λέγονταν την έκαιγαν σαν δάδα.
Ύστερα η Άλμα με το μαύρο βλέμμα
χαμόγελο αινιγματικό λιγνή κυπάρισσος…
Το σώμα διαφανές μονάχα σώμα η Άλμα
και διαχυθήκαμε κι ιδρώσαμε φριχτά…
Και τελευταία η Λάουρα. Εσμίξαμε γυμνοί
στον αλμυρό γιαλό η θάλασσα έκαιγε το δέρμα.
Για να κερδίσουμε τα έξαλλα σώματα
δοθήκαμε στον άδειο πυρετό.
Κι η Λάουρα χάθηκε όλα χαθήκαν κι ιδού γυμνός
σε τούτο το ύψωμα στον πυρωμένο αγρό.
Κι είπα καιρός να φύγω η μνήμη γίνηκε
μες στο ακυβέρνητο κορμί φωτιά αδυσώπητη…”



ΜΟΥΣΙΚΗ 




Τον έκτο μήνα τον καλό 

Στίχοι: Ηλίας Κατσούλης
Μουσική – Εκτέλεση: Παντελής Θαλασσινός

Σ’ ένα πηγάδι δροσερό βαθιά κοιμάται το νερό
σκύβει κορίτσι αμίλητο αγόρι ψάχνει αφίλητο
σκύβει κορίτσι αμίλητο αγόρι ψάχνει αφίλητο

Τον έκτο μήνα τον καλό, καράβι πάει γιαλό γιαλό
νύχτα περνάει το Σούνιο, και φέρνει τον Ιούνιο
Τον έκτο μήνα τον καλό, καράβι πάει γιαλό γιαλό
νύχτα περνάει το Σούνιο, και φέρνει τον Ιούνιο

Λάμπει στου χρόνου μια στιγμή τ’ αεροσκέπαστο κορμί
πουκαμισάκι αέρινο, στα μάτια φως αστέρινο
πουκαμισάκι αέρινο, στα μάτια φως αστέρινο



Ορφέας Περίδης: Ιούνιος

Στίχοι: Ορφέας Περίδης
Μουσική – Εκτέλεση: Ορφέας Περίδης

Φωτιές τ’ ουρανού, φωτιά στο νου
γεννιέται μες στις στάχτες ο Θεός
κι όποιος λυγάει, μα μένει ορθός
φλόγες πηδάει

Καπνός μακριά, στον κάμπο βαθιά
άνεμος ροδοπέταλα σκορπάει
το αύριο ψηλά, φρουρός στην σκοπιά
αμίλητο κοιτάει

Αλλάζει στη στιγμή σαν τοπίο σ’ εκδρομή
η μέρα, η εποχή
θα μοιάζει μ’ ένα φως της αγάπης ο καρπός
σαν δώρο, σαν ευχή

Κήπος μικρός η ψυχή μου κλειστός
θάλασσα μεγάλη ν’ ανοιχτεί
να ‘χω βοηθό σύμμαχο αγνό
σ’ αυτόν το λαμπαρδιάρη τον καιρό




Γιάννης Θωμόπουλος - Ο Ιούνης

Στίχοι Λευτέρης Παπαδόπουλος
Μουσική Βασίλης Κούμπης


Ο Απρίλης κι ο Ιούνης
κι ο Φλεβάρης ο τσιγκούνης
βάλλαν στοίχημα μεγάλο
ποιος θα πάρει την Μαγδάλω

Ρίχνει ο Φλεβάρης χιόνι
και της φτιάχνει ένα σεντόνι
μα η όμορφη κυρά
φύγε του ’πε μασκαρά

Ο Απρίλης με λουλούδια
και με πράσινα τραγούδια
τον μπαξέ του της χαρίζει
αλλά αυτή δε χαμπαρίζει

Κι ο Απρίλης λέει του Μάη
δυό στεφάνια να της πάει
μα η όμορφη κυρά
φύγε του ’πε μασκαρά

Ο Ιούνης ο βαρκάρης
ο ξανθός ο κατεργάρης
στην βαρκούλα του τη μπάζει
και στο πέλαγο τη βγάζει

Και στο κυματάκι πλάι
σκύβει και τήνε φιλάει
και η όμορφη κυρά
άστραψε από χαρά




Οι ταπετσαρίες Trivulzio είναι ένα σύνολο από δώδεκα ταπισερί που απεικονίζουν τον κύκλο των μηνών . Σήμερα βρίσκονται στο Μουσείο Αρχαίας τέχνης του Castello Sforzesco στο Μιλάνο .
Ολες οι ταπετσαρίες έχουν ένα σταθερό μοτίβο: μέσα σε ένα πλαίσιο της υπάρχουν οικόσημα (το Trivulzio και άλλες συναφείς οικογένειες, όπως Colleoni , το d'Avalos καιGonzaga ) Στο κέντρο της είναι η αλληγορική προσωποποίηση του μήνα, που περιβάλλεται από μικρότερα στοιχεία όπως διάφορες γεωργικές ασχολίες που αφορούν τον μήνα αυτό . Πάνω δεξιά είναι το ζώδιο που αντιστοιχείσ τον μήνα , ενώ προς τα αριστερά είναι ο ήλιος στις διάφορες αστρικές θέσεις, ανάλογα με την εποχή.

Το μωσαϊκό του Ιουνίου είναι η πιο κατεστραμένη ταπετσαρία : σε μεγάλα τμήματα του καμβά της είναι ορατές μεταγενέστερες προσθήκες και αποκαταστάσεις. Το σκηνικό έχει στηθεί σε ένα χώρο γεμάτο αγρότεςπου ετοιμάζονται για  τη  συγκομιδή, ενώ κάτω από την προσωποποίηση του μήνα είναι ένα  τραπέζι με λιτό πρωινό για τους εργάτες.