Κυριακή, 24 Μαρτίου 2013

Θεόφιλος Χατζημιχαήλ

Ο Θεόφιλος φωτογραφίζεται δίπλα στη μητέρα του φορώντας φουστανέλα και ζωσμένος άρματα, με το σπαθί υψωμένο ως ήρωας της Επανάστασης


 Ο Θεόφιλος Χατζημιχαήλ ή Θεόφιλος Κεφαλάς ή Κεφάλας, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα (Βαρειά Μυτιλήνης, 1870; – Βαρειά Μυτιλήνης, 24 Μαρτίου; 1934), γνωστός απλά και ως Θεόφιλος, ήταν μείζων λαϊκός ζωγράφος της νεοελληνικής τέχνης. Κυρίαρχο στοιχείο του έργου του είναι η ελληνικότητά του και η εικονογράφηση της ελληνικής λαϊκής παράδοσης και ιστορίας.
Η ακριβής χρονολογία γέννησης του Θεόφιλου δεν είναι γνωστή. Ωστόσο θεωρείται πως γεννήθηκε κατά το διάστημα 18671870 στην Βαρειά της Μυτιλήνης. Ο πατέρας του, Γαβριήλ Κεφαλάς (ή Κεφάλας), ήταν τσαγκάρης ενώ η μητέρα του, Πηνελόπη Χατζημιχαήλ, ήταν κόρη αγιογράφου. Σε νεαρή ηλικία επέδειξε μέτριες σχολικές επιδόσεις, αλλά και ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ζωγραφική, πάνω στην οποία απέκτησε βασικές γνώσεις δίπλα στον παππού του.
Γράμματα δεν έμαθε, πώς θα μπορούσε άλλωστε ένα παιδί βραδύγλωσσο και ζερβό (αριστερόχειρας) να διαπρέψει στο σχολείο… Μεταξύ 15 και 20 χρόνων- οι γνώμες διίστανται- έφυγε για τη Σμύρνη, όπου έζησε περί τα 15 χρόνια. Εκεί άρχισε να ζωγραφίζει αλλά έργα από αυτή την περίοδο δεν σώζονται, φαίνεται όμως ότι έκανε και μικροθελήματα στο Προξενείο- σε μια προσωπογραφία του έχει γράψει: «Θυροφύλαξ Προξενείου Σμύρνης».
Θεά Δήμητρα

Αναγκάζεται να φύγει από την πόλη ύστερα από επεισόδιο με τις τουρκικές αρχές και στη συνέχεια τον βρίσκουμε στη Θεσσαλία όπου θα παραμείνει περί τα 30 χρόνια. Καφενεία, ταβέρνες, μαγαζιά, σπίτια, ακόμη και οι παράγκες των προσφύγων, που εν τω μεταξύ φθάνουν από τη Μικρά Ασία, θα γεμίσουν με τις ζωγραφιές του. Λίγοι όμως αντιλαμβάνονται την αξία τους και ελάχιστα είναι τα χρήματα που κερδίζει.

 Η ζωή του ήταν πολύ δύσκολη εξαιτίας του κόσμου που τον χλεύαζε, επειδή κυκλοφορούσε φορώντας την παραδοσιακή φουστανέλα.. Τα περισσότερα χρόνια της ζωής του τα πέρασε στο Πήλιο. Προστάτης του εκείνη την περίοδο, στάθηκε ο κτηματίας Γιάννης Κοντός, για λογαριασμό του οποίου, ο Θεόφιλος πραγματοποίησε αρκετά έργα. Η οικία Κοντού αποτελεί σήμερα το Μουσείο Θεόφιλου.
Ηρακλής, 1933

Εκτός από την ζωγραφική του δραστηριότητα, ο Θεόφιλος συμμετείχε στην διοργάνωση λαϊκών θεατρικών παραστάσεων στις εθνικές γιορτές και την περίοδο της Αποκριάς, όπου κρατούσε τον πρωταγωνιστικό ρόλο, άλλοτε ντυμένος σαν Μεγαλέξανδρος, με τους μαθητές σε παράταξη μακεδονικής φάλαγγας, και άλλοτε σαν ήρωας της Ελληνικής Επανάστασης, με εξοπλισμό και κουστού­μια που έφτιαχνε ο ίδιος.
Το 1927 επέστρεψε στη Μυτιλήνη. Εικάζεται πως αφορ­μή για την αναχώρηση του από τον Βόλο, ήταν ένα επει­σόδιο σε ένα καφενείο, όταν κάποιος — για να διασκε­δάσει τους παρευρισκόμενους — έριξε τον Θεόφιλο από μία σκάλα όπου ήταν ανεβασμένος και ζωγράφιζε.

αρχαία ανθοπώλης

Στην Μυτιλήνη, παρά τις κοροϊδίες και τα πειράγματα του κόσμου, συνεχίζει να ζωγραφίζει, πραγματοποιώντας αρκετές τοιχογραφίες σε χωριά, έναντι ευτελούς αμοιβής, συνήθως για ένα πιάτο φαγητό και λίγο κρασί. Πολλά από τα έργα του αυτής της περιόδου έχουν χαθεί, είτε από φυσική φθορά είτε εξαιτίας καταστροφής τους από κατόχους τους. Στην Μυτιλήνη, τον συνάντησε ο καταξιωμένος τεχνοκριτικός και εκδότης Στρατής Ελευθεριάδης (Tériade), ο οποίος διέμενε στο Παρίσι. Στον Ελευθεριάδη οφείλεται σε μεγάλο βαθμό η αναγνώριση της αξίας του έργου του Θεόφιλου αλλά και η διεθνής προβολή του, που ωστόσο σημειώθηκε μετά το θάνατό του. Με έξοδα του Ελευθεριάδη ανεγέρθηκε επίσης το 1964 το Μουσείο Θεοφίλου στην Βαρειά. Τα έργα του υπέγραφε συνήθως χρησιμοποιώντας το επώνυμο της μητέρας του, ενώ το μοναδικό έργο που φέρει το κατά κόσμον όνομά του, έχει υπογραφή «Έργο Θεόφιλου Γαβριήλ Κεφαλά» και είναι μια εικόνα των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης στο σκευοφυλάκιο του Ιερού Ναού Ταξιαρχών στις Μηλιές Πηλίου



Ο Θεόφιλος πέθανε τον Μάρτιο του 1934, παραμονές του Ευαγγελισμού, πιθανότατα από τροφική δηλητηρίαση. Ένα χρόνο αργότερα, έργα του εκτέθηκαν στο Μουσείο του Λούβρου ως δείγματα της δουλειάς ενός γνησίου λαϊκού (ναΐφ) ζωγράφου της Ελλάδας.


Ερωτόκριτος Αρετούσα

ΜΑΡΙΝΑ ΛΑΜΠΡΑΚΗ-ΠΛΑΚΑ (Διευθύντρια της Εθνικής Πινακοθήκης)
«Η υπερβολή της πολιτιστικής κληρονομιάς»


“Οδυσσεύς φέρων την Φιγένειαν εις τον Ιερέαν Κάλχα του Θεού Απώλωνος”
 Κατ΄ αρχάς δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι πρόκειται για ναΐφ ζωγράφο. Έναν ασπούδαστο και άτεχνο καλλιτέχνη, ο οποίος όμως έχει ορισμένα πολύ ενδιαφέροντα στοιχεία στο έργο του. Γιατί ο Θεόφιλος έκανε συνθέσεις με αξιοθαύμαστο τρόπο, είχε μια ισοτονική αρμονία στα έργα του και μετέφρασε χρωματικά την ελληνική ύπαιθρο με τρόπο που δεν κατόρθωσαν άλλοι ζωγράφοι. Για όλα αυτά τον εκτιμώ πολύ. Και δεν είναι περίεργο που τον λάτρεψε η γενιά του ΄30 αφού αυτός είχε υλοποιήσει τα ιδανικά της, χωρίς φυσικά να το ξέρει. Πρέπει όμως να κρατάμε τα πράγματα στο επίπεδό τους και να τοποθετούμε τους καλλιτέχνες στις σωστές τους διαστάσεις. Να σταματήσουμε να βλέπουμε τον Θεόφιλο δίπλα στον Παρθένη, στον Γύζη ή στον Μόραλη. Αυτό είναι λάθος. Ο Θεόφιλος είναι ο μόνος καλλιτέχνης του οποίου ολόκληρο το έργο έχει κηρυχθεί εθνική πολιτιστική κληρονομιά. Δεν είναι υπερβολή; Μπορείς να κηρύξεις ως πολιτιστική κληρονομιά κάποια έργα, όχι όμως τον καλλιτέχνη. Εκτός κι αν είναι ο Φειδίας. Ο Θεόφιλος ζωγράφιζε παντού, ακόμη και σε μαξιλαράκια. Κηρύσσεις τα μαξιλαράκια πολιτιστική κληρονομιά; Είναι και λίγο αστείο

ΠΗΓΕΣ http://www.tovima.gr/#
http://paletaart.wordpress.com/  
 ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ
  http://www.stixoi.info/

Αυτοκρατόρεισα Ευδοξία του βυζαντίου

Ανδρέας Εμπειρίκος  " Θεόφιλος Χατζημιχαήλ"



Η ερωτευμένη απελπισθείσα, 1932





Θα πούμε το τραγούδι του που ξεκινά απ’ τον ήλιο

με την απόκρημνη λαλιά του τηλεβόα
Ολκάδος που συνάντησε το νεαρό τιτάνα
με ρίγανη στα χείλη του κι ολόκληρη τη χώρα
Μες στο στήθος του...
στο στήθος του...
Το ρήμα κρουσταλλώθηκε και φέγγει
κι ακόμα τρέχουν τα κορίτσια
Μες στα πλατιά φουστάνια τους
στις δροσερές μαρμαρυγές της άσπιλης ημέρας
Μέσα στο ρίγος που γελά καθώς ξανθή γοργόνα
σ’ ένα καράβι ορθόπλωρο που πλέχει
στον ουρανό της θάλασσας με τα μεγάλα μάτια
Φωνές θερμές, γλυκές παιδίσκες των ερώτων
πάνω στη γη κι επί των χόρτων ή στα φύλλα
βιβλίου γιομάτου δένδρα πράσινα σαν παραθύρια
που βλέπουν προς την Άνοιξη
προς την Άνοιξη...
προς την Άνοιξη...
Χωρίς απροσδιόριστη φενάκη μα με πλήθος
πολύχρωμων παλμών μεταξωτής αιώρας
Σε κάστρο δόξας μυρμηκιάς με πλούσια ζώνη
σφυγμένα δυνατά στη μέση της ημέρας
Πλατιά στα στέρνα μας
και τα πουλιά μας τρέχουν στον αέρα  





Ν Εγγονόπουλος "Μπαλλάντα της  Ψηλής Σκάλας"

Σε κάθε πόλη, συνήθιζε να λέη ο ποι-
 τής Aπολλιναίρ, υπάρχουν, οπωσδήποτε, 
 και μερικοί αθάνατοι. Δυνατόν να είσαστε 
  σεις, κύριε, μεταξύ αυτών, ή, ακόμα, 
  κι' εσείς, κύριε. Δεν ξέρω. Πάντως για
 ένα είμαι σε θέση να σας βεβαιώσω : ότι
   υπάρχουν. Δεν αποκλείεται ελάχιστοι. 
    Όμως υ π ά ρ χ ο υ ν.
                     
ο Θεόφιλος κάποτες ανέβηκε
σε μια ψηλή σκάλα
- αυτόπτες μάρτυρες το λεν -
ίσως να ζωγραφίση μιαν επιγραφή
ίσως ακόμη για να συμπληρώση
το πάνω μέρος
μιας συνθέσεώς του ηρωικής
αλητόπαιδες
- αλητόπαιδες που με τον καιρό
(ως είναι φυσικό)
ανδρωθήκανε και γεράσαν
(δεν ενθυμούντανε πια τίποτε)
κι' επεθάναν
ευυπόληπτοι και 
"φιλήσυχοι αστοί" -
αλητόπαιδες - ξαναλέω -
για να παίξουνε και να γελάσουν
ετραβήξανε
την σκάλα την ψηλή
κι' ως γκρεμοτσακιζόντανε 
έντρομος
ο Θεόφιλος από τα ύψη
επρόσμεν' ελεεινός σακάτης
θέλεις κι' ακόμη
λιώμα 
στο χώμα
να βρεθή
αλλ' - ω του θαύματος ! -
προσεγειώθη
απόλυτα σώος κι' αβλαβής
(πάντως κάτι σαν νάπαθε το ένα του πόδι:
χώλαινε ελαφρυά μέχρι το τέλος της ζωής)
μα ναι σας λέω
ακέργιος
απ' την κορφή ώς τα νύχια
από την πτώση
μόνο που τα σεμνά φορέματά του
είχαν γενεί χρυσά ωσάν τον Ήλιο
το πρόσωπό του
σαν τη Σελήνη - είτανε λεν χλωμός -
σαν τη Σελήνη φωτεινό
- αυτά τα δυο αστέρια 
είθισται να συνυπάρχουν
στα εικονίσματα της βυζαντινής ζωγραφικής -
και αν κατόπι επήγε να κρυφτή στη Mυτιλήνη
είχ' έμπει στην αθανασία πια:
επέπρωτο πλέον να υπάρχη αιώνια
α θ ά ν α τ ο ς
- πιθανόν μαζύ με τον αείποτε σκουντούφλη συμπολίτη του
Γεώργιο ντε Kήρυκο
και με τον Mπεναρόγια -
ανάμεσα σε τόσους
και τόσους
και τόσους Bολιώτες
που εζήσανε και πριν
και κατά τη διάρκεια
κι ύστερα
από του 
τραβήγματος της ψηλής της σκάλας
τον καιρό

(από το Στην Kοιλάδα με τους Pοδώνες, Ίκαρος 1992)




Η Λάρισα και το ποτάμι της, ο Πηνειός,


πανηγύρι

«Εν Σμύρνη τουρκικόν πεταλοποιείον 1930



Ιππόδρομος

Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, 1932


Μέγα αρτοποιείον Γεωργίου Κοντουφούρναρη,

Μέγα τούρκικον εξοχικόν καφενείον του Αϊδινείου

Ο Αλλή πασάς εν τη λήμνη των Ιωαννίνων,


ο ποιμήν Αθανάσιος και η γυναίκα του Διαμάντω

Ο Ρήγας εξάπτων το φρόνημα των Ελλήνων

Ο Ρήγας και ο Κοραής σώζουν την Ελλάδα

Ο Φρίξος επί του χρυσομάλλου κριού και η Έλλη


Το Τίναγμα των ελαίων,



Η "ωραία Ανδριάνα" και η ιστορία της
- Η ωραία Αδριάνα των Αθηνών, 1930

Ο  πίνακας του Θεόφιλου "Η ωραία Αδριάνα των Αθηνών" απεικονίζει μία κοπέλλα καθισμένη σε παγκάκι που κρατά ένα μουσικό όργανο στα χέρια της (πιθανότατα ένα μαντολίνο). Η κοπέλλα βρίσκεται σε κήπο όπου διακρίνονται δέντρα αλλά και διακοσμητικές γλάστρες. Το πρόσωπο της νεαρής κοπέλλας φέρει επιρροές από τα πορτραίτα Φαγιούμ ενώ συνδυάζει στοιχεία του αρχαιοελληνικού παρελθόντος (το δέντρο της ζωής) αλλά και της λαϊκής παράδοσης (το παγώνι). Η μορφή της κοπέλλας δεν αποδίδεται ρεαλιστικά αφού ο κορμός της είναι αρκετά μεγαλύτερος σε σχέση με το μέγεθος των ποδιών της, σύνηθες χαρακτηριστικό των έργων λαϊκής τέχνης όπως είναι επίσης η έλλειψη βάθους και η επιπεδότητα των στοιχείων που απαρτίζουν την σύνθεση.
Η ωραία Αδριάνα των Αθηνών ήταν υπαρκτό πρόσωπο που έζησε στην Αθήνα κατά τον δέκατο έννατο αιώνα και το όνομά της συνδέθηκε με την "νήσο" του Ιλισσού, το Βατραχονήσι. Θα μου πείτε νησί στην καρδιά της Αθήνας και μάλιστα Βατραχονήσι? Ε λοιπον ναι! Ας μη ξεχνάμε πως η Αθήνα εκείνα τα χρόνια ήταν πολύ διαφορετική από ό,τι γνωρίζουμε σήμερα.

Το Βατραχονήσι λοιπόν ήταν μία από τις πρώτες συνοικίες των Αθηνών που άρχισαν να σχηματίζονται γύρω από τον Αρδηττό και το Παναθηναϊκό στάδιο. Η συνοικία αυτή βρισκόταν σκαρφαλωμένη στα σκαλοπάτια του ναού του Αγίου Σπυρίδωνος στην είσοδο του Παγκρατίου μόλις περάσουμε το Παναθηναϊκό Στάδιο και στρίψουμε για να μπούμε στο Παγκράτι.






Εκεί λοιπόν σύχναζε και η Αντριάνα μια νεαρή κοπέλλα ξακουστή για την ομορφιά αλλά και την νοικοκυροσύνη της. Την είχαν λέει ψυχοκόρη σε κάποιο αρχοντικό (μερικοί λένε πως το αρχοντικό βρισκόταν στην Πλάκα). Κουβαλούσε νερό για την πλύση από το Βατραχονήσι αλλά πολλοί νεαροί θαμπωμένοι από την νοικοκυροσύνη και την ομορφιά της προσφέρονταν να της κουβαλούν το νερό από το Βατραχονήσι. Μάλιστα μια μέρα ένας νεαρός κάτοικος του Βατραχονησιού της τραγούδησε ένα τραγούδι το οποίο για πρώτη φορά βρέθηκε καταγεγραμμένο σε φυλλάδια του 1860 ενώ ηχογραφήθηκε για πρώτη φορά γύρω στο 1910 στην Κωνσταντινούπολη με τους παρακάτω στίχους : 

 
"Πάρε με Ανδριάνα μου να σε βοηθώ στην πλύση
και να σου κουβαλώ νερό απ' το Βατραχονήσι
Ανδριάνα μου γλυκιά απ' το Βατραχονήσι
Γιατί να βασανίζεσαι ασπριδερή μου χήνα
με λίγδες και με κάρβουνα μέσα εις την κουζίνα ?
Ακούω τα πιάτα που βροντούν όταν τα θερμοπλένεις
κι εγώ νομίζω πως σιγά τη σκάλα κατεβαίνεις.
Δεν είναι κρίμα κι άδικο σε νια χαριτωμένη
στο μαγερειό ξυπόλυτη το ντεντζερέ να πλένει?"

Ο νεαρός που ύμνησε την Αντριάνα θα πρέπει να ήταν πολύ ερωτευμένος, όμως εκείνη προτίμησε να πάρει για άντρα κάποιον ευγενή από την απέναντι όχθη και όχι από την όχθη του Βατραχονησιού (την λαϊκή συνοικία) . Ετσι η Αντριάνα απόκτησε τιμές κυρίας και κατάφερε να ξεφύγει από την προηγούμενη μίζερη ζωή της. Σύμφωνα με τις κακές γλώσσες η Αντριάνα όντας ζωηρούλα ήξερε να εκμεταλλεύεται τα προσόντα της. Λένε λοιπόν πως ανέπτυξε στενές φιλίες με υπουργούς αλλά στο τέλος βρήκε τραγική κατάληξη : Εγινε ερωμένη ενός πασά από την Αίγυπτο ο οποίος επειδή υποπτευόταν πως δεν του ήταν πιστή, τυφλωμένος από τη ζήλεια του την παραμόρφωσε.
Χάρη στην δυναμική του λαϊκού πολιτισμού η ωραία Αδριάνα των Αθηνών από το Βατραχονήσι έγινε πίνακας από τον Θεόφιλο, αυτοσχέδιο τραγούδι από έναν ερωτευμένο νεαρό που το τραγούδι του μεταφέρθηκε από στόμα σε στόμα από τον λαό της Αθήνας για να καταλήξει να ηχογραφηθεί τελικά στην Κωνσταντινούπολη και να φτάσει μέχρι τις μέρες μας......
"Πάρε με Αντριάνα μου, να σε βοηθώ στην πλύση, ώ!
Και να σου κουβαλώ νερό απ΄το Βατραχονήσι, ώ! Αντριάνα μου παχειά πού είσαι σαν τη ζουγραφιά













2 σχόλια:

  1. Θερμά συγχαρητήρια για το εξαιρετικό αυτό αφιέρωμα,σε αυτόν τον άνθρωπο,που τόση χλεύη και βάσανα του πρόσφεραν αφειδώς οι άφρονες,όσο ζούσε.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Σε ευχαριστούμε πολύ Αλέξη ο άνθρωπος έζησε τον κοινωνικό ρατσισμό της εποχής του ...ίσως αυτό τον πείσμωσε περισσότερο ...για να δημιουργήσει

    ΑπάντησηΔιαγραφή