Κυριακή, 24 Μαρτίου 2013

ΛΟΡΔΟΣ ΜΠΑΙΡΟΝ


Ο Λόρδος Βύρων (αγγλικά Λορντ Μπάιρον, Lord George Gordon Byron VI), 22 Ιανουαρίου 1788 - 19 Απριλίου 1824), ήταν Άγγλος ποιητής, από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του ρομαντισμού και από τους σημαντικότερους φιλέλληνες.

Γεννήθηκε στο Λονδίνο στις 22 Ιανουαρίου 1788 και ήταν γιος του πλοιάρχου του αγγλικού Βασιλικού Ναυτικού, Τζον Μπάιρον, και της δεύτερης συζύγου του, Κατερίνας. Ανήκε σε αριστοκρατική οικογένεια, εκ της μητέρας του, το γένος Γκόρντον, που ήταν απόγονος του βασιλιά της Αγγλίας Εδουάρδου του 3ου, πλην, όμως, όταν γεννήθηκε οι γονείς του είχαν ήδη χωρίσει. Ο μεν πατέρας του είχε διαφύγει στη Γαλλία λόγω χρεών, η δε μητέρα του ξόδεψε μεγάλο μέρος της δικής της περιουσίας για την αποπληρωμή των χρεών. Ο Λόρδος Βύρων γεννήθηκε χωλός (στη δεξιά κνήμη) και τα πρώτα χρόνια διέμενε με την μητέρα του στην περιοχή Άμπερτ, μάλλον φτωχικά, όπου και έμαθε και τα πρώτα του γράμματα. Στις 19 Μαΐου του 1798 πέθανε ένας θείος του, από τη μητέρα του, ο οποίος του κληροδότησε όλη την περιουσία και τον τίτλο του 9ου Λόρδου της οικογένειας. Έτσι, η ζωή του από τότε άλλαξε. Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ, αποκτώντας πολύ καλή μόρφωση. Ήταν χαρακτήρας ανήσυχος, παρορμητικός και τυχοδιωκτικός. Έτσι, ξεκίνησε περιοδείες και περιπλανήσεις στη νότια Ευρώπη (Πορτογαλία, Ισπανία, Ελλάδα, Τουρκία).
Απεβίωσε στις 19 Απριλίου του 1824 ύστερα από πυρετό. Το πένθος για τον θάνατό του ήταν γενικό και ο Διονύσιος Σολωμός συνέθεσε μακρά ωδή στη μνήμη του. Η καρδιά του ενταφιάστηκε στο Μεσολόγγι. Προς εκδήλωση του πένθους στο Μεσολόγγι ρίχτηκαν 37 κανονιοβολισμοί από την ανατολή του ηλίου και μία κάθε λεπτό.


                             Πρώτος ερχομός στην Ελλάδα
 

έργο του Thoman Phillips,
 Στις 2 Ιουλίου του 1809 ο Βύρων αποπλέοντας από το Πλύμουθ μαζί με τον φίλο του Χομπχάουζ και κάποιους υπηρέτες, φθάνει αρχικά στη Λισαβόνα και από εκεί παραπλέοντας το Γιβραλτάρ φθάνει στη Μάλτα όπου και παρέμεινε για μικρό διάστημα. Τον Σεπτέμβριο επιβαίνοντας του αγγλικού πολεμικού "Σπάιντερ" θα αντικρίσει σε λίγο για πρώτη φορά την πόλη που 14 χρόνια μετά θα άφηνε την τελευταία του πνοή. Τελικά αποβιβάστηκε στη Πρέβεζα. Από εκεί επιθυμώντας συνάντηση με τον Αλή Πασά μετέβη στα Ιωάννινα. Φθάνοντας όμως εκεί και μαθαίνοντας ότι εκείνος βρίσκεται στο Τεπελένι, μετά τριήμερη παραμονή, αποφάσισε να μεταβεί στο Τεπελένι όπου και φθάνοντας μετά από εννέα ημέρες έγινε δεκτός από τον Αλή Πασά φιλοξενώντας τον στο Σαράι του. Τις εντυπώσεις του από εκείνη την βάρβαρη αίγλη της φιλοξενίας αποτύπωσε ο Βύρων στο φημισμένο ποίημά του "Το προσκύνημα του Τσάιλντ Χάρολντ".
Από εκεί επιστρέφοντας μέσω Ιωαννίνων στη Πρέβεζα απέπλευσε για Πάτρα, πλην όμως λόγω μεγάλης θαλασσοταραχής αναγκάσθηκε να επιστρέψει. Τελικά αλλάζοντας δρομολόγιο, διέσχισε μαζί με τους συντρόφους του την Ακαρνανία φθάνοντας στο Μεσολόγγι απ΄ όπου και διεκπεραιώθηκε στην Πάτρα και από εκεί μέσω Βοστίτσης (Αιγίου), έφθασε στην Ιτέα απ΄ όπου μέσω Αράχωβας, Λιβαδειάς και Φυλής έφθασε στην Αθήνα το βράδυ των Χριστουγέννων του 1809, καταλύοντας στην οικία της αδελφής του Έλληνα υποπρόξένου της Αγγλίας.

Κατά τη διάρκεια, της τρίμηνης παραμονής του στην Αθήνα ο Βύρων επισκέφθηκε τις πιο ιστορικές τοποθεσίες της Αττικής, ενώ παράλληλα ερωτεύτηκε σχεδόν παράφορα την Θηρεσία, την νεότερη κόρη του Άγγλου προξένου Θεοδώρου Μακρή, στην οποία αφιέρωσε και το ποίημά του «Κόρη των Αθηνών» (1809).
Στις 4 Απριλίου του 1810 ο κυβερνήτης του αγγλικού δίκροτου "Πυλάδης" που ναυλοχούσε στον Πειραιά προσκάλεσε τον Βύρωνα για ένα ταξίδι μέχρι τη Σμύρνη. Έτσι ο Βύρων αποδεχθείς την πρόσκληση σε λίγες ημέρες έφθανε στη Σμύρνη παραμένοντας εκεί λίγες ημέρες. Στις 11 Μαρτίου ανεχώρησε με την αγγλική φρεγάτα "Σαλσέτ" για την Κωνσταντινούπολη. Κατά την αναμονή άδειας διέλευσης από τα Δαρδανέλια ο Βύρων επανέλαβε το επιχείρημα του μυθικού Λέανδρου διασχίζοντας τα στενά κολυμπώντας από την αρχαία Άβυδο προς Σηστό, άθλο για το οποίο και δικαιολογημένα θα υπερηφανεύεται στο υπόλοιπο της ζωής του. 


Τελικά έφθασε στη Κωνσταντινούπολη στις 13 Μαΐου όπου και παρέμεινε για δύο μήνες, όταν συνοδεύοντας τον Άγγλο πρέσβη στον αποχαιρετιστήριο λόγο του επέστρεψε με το ίδιο πλοίο στην Αγγλία. Στην επιστροφή προσεγγίζοντας η φρεγάτα στη Κέα ο Βύρων αποβιβάστηκε απ΄ όπου και επέστρεψε στην Αθήνα, αυτή τη φορά μόνος όπου και κατέλυσε στη τότε Μονή των Φραγκισκανών παρά το Μνημείο του Λυσικράτη. Κατά την υπόλοιπη δεκάμηνη παραμονή του στην Ελλάδα ο Βύρων με ορμητήριο εκδρομών την παραπάνω Μονή επισκέφθηκε πολλά μέρη κυρίως της Πελοποννήσου. Στη διάρκεια δε κάποιας εκδρομής του στο Σούνιο κινδύνεψε να συλληφθεί όμηρος από Μανιάτες πειρατές. Μεταβαίνοντας λίγες ημέρες μετά στην Πάτρα προσβλήθηκε από ελονοσία και όπως αφηγήθηκε ο ίδιος διασώθηκε από Αλβανούς υπηρέτες του που τρομοκράτησαν τους ιατρούς του λέγοντάς τους πως θα τους αποκεφάλιζαν αν ο κύριός τους δεν θεραπευόταν.
Στις 11 Απριλίου 1811 ο Λόρδος Βύρων επιβιβάστηκε για Μάλτα σε πλοίο που μετέφερε ένα μέρος φορτίου των μαρμάρων του Παρθενώνα που είχε αφαιρέσει ο Έλγιν. Φθάνοντας όμως στη Μάλτα προσβλήθηκε και πάλι από ελονοσία οπότε και αποφάσισε την επιστροφή του στην Αγγλία. Έτσι επιβαίνοντας στις 3 Ιουλίου της αγγλικής φρεγάτας "Βολάζ" επέστρεψε στο Πόρτμουθ στις 17 Ιουλίου.


                                                      Επιστροφή στην Αγγλία

  Με την επιστροφή του στην Αγγλία ο Λόρδος Βύρων ασχολήθηκε αρχικά με την έκδοση των ποιημάτων του όπου με το έργο του «Τσάιλντ Χάρολντ» κατέστη διάσημος, εξ ου και η περίφημη φράση του «ξύπνησα ένα πρωί και βρήκα τον εαυτόν μου διάσημο». Η πρώτη έκδοση με 500 αντίτυπα εξαντλήθηκε μέσα σ΄ ένα τριήμερο, όπου και ακολούθησαν έξι ακόμα εκδόσεις μέσα σ΄ ένα μήνα. Παράλληλα όμως ασχολούμενος με την πολιτική εκφώνησε τον πρώτο του λόγο στη Βουλή των Λόρδων επί νομοσχεδίου που θέσπιζε αυστηρότατες ποινές για τους υπαίτιους των ταραχών που είχαν ξεσπάσει στο Νότιγχαμ μετά την εισαγωγή μηχανών κατασκευής καλτσών, συντασσόμενος με τους φιλελεύθερους. Ο λόγος του εκείνος προκάλεσε ιδιαίτερη εντύπωση, όπου και έσπευσαν πολλοί να το συγχαρούν. Ο δεύτερος λόγος του μετά από δύο μήνες περί της χειραφέτησης των καθολικών "Παπιστών" δεν ήταν τόσο αξιόλογος, αλλά ούτε και ο τρίτος του που εκφώνησε στις 1 Ιουνίου.
Κατά την επόμενη διετία ο Λόρδος Βύρων ήταν πλέον ένας επιτυχημένος ποιητής, ωραίος ως Άδωνις, ευπατρίδης, σχετικά πλούσιος, αλλά και περιφρονητής της ηθικής. έχοντας μεγάλη επιτυχία μεταξύ των γυναικών που όπως ο ίδιος υποστήριζε «υπέστην περισσότερες αρπαγές απ΄ οποιονδήποτε άλλον από την εποχή του Τρωικού πολέμου», δίνοντας όμως καιρό για να συνθέτει τα νέα του ποιήματα όπως "Ο Γκιαούρης", "Η Νύμφη της Αβύδου", "Ο Κουρσάρος", "Ο Λάρα", η "Παριζίνα", η "Πολιορκία της Κορίνθου" κ.ά. που όλα χρονολογούνται στην ίδια περίοδο, αν και κάποια εξ αυτών δημοσιεύτηκαν αργότερα. Την ίδια ταχύτητα συγγραφής των είχαν και οι πωλήσεις τους, συγκεκριμένα το ποίημα "Ο Κουρσάρος" που τυπώθηκε σε 14.000 αντίτυπα πωλήθηκαν μέσα σε μία μόνο ημέρα. Γενικά οι πωλήσεις αυτών του επέφεραν τεράστια κέρδη παρέχοντάς του τη δυνατότητα πλουσιότερης ζωής, δημιουργώντας όμως νέα μεγάλα χρέη για την αντιμετώπιση των οποίων θεώρησε μοναδική διέξοδο τον γάμο.

Η Αυγούστα Άντα Κίνγκ, (κόρη του Λόρδου Βύρωνα) Κόμισσα του Λάβλεϊς (πατρικό Αυγούστα Άντα Μπάιρον) είναι γνωστή για το έργο που άφησε σχετικά με την Αναλυτική Μηχανή του Τσαρλς Μπάμπατζ. Η συνεισφορά της αυτή θεωρείται σήμερα από τους ιστορικούς ως το πρώτο πρόγραμμα για υπολογιστή.


Στις 2 Ιανουαρίου του 1815, διαμένοντας στο Λονδίνο, νυμφεύθηκε την Άννα Ισαβέλλα Μίλμπαγκ, μοναχοκόρη, διανοούμενη, ευσεβής, στερούμενη όμως χιουμοριστικής διάθεσης και άκαμπτα ευπρεπής, με την οποία απέκτησε κόρη την Αυγούστα Άδα. Τα οικονομικά όμως του Βύρωνα δεν βελτιώθηκαν και σε συνδυασμό της εξ αυτών στενοχώριας, του άκρατου πότου με τους φίλους του και των περιορισμών του οικογενειακού βίου κατέστησαν ολέθρια στη συμπεριφορά του απέναντι στη σύζυγό του. Στις 15 Ιανουαρίου του 1816 η σύζυγός του μετέβη με την κόρη τους στο πατρικό της κτήμα, προκειμένου να μη δει την κατάσχεση των επίπλων τους, στέλνοντας όμως καθ΄ οδόν ένα τρυφερό γράμμα στον Βύρωνα. Λίγες όμως ημέρες αργότερα έλαβε γράμμα από τον πεθερό του ότι η σύζυγός του δεν θα επανερχόταν πλέον κοντά του, με περίπου ίδιο περιεχόμενο ακολούθησε και επιστολή της Μίλμπαγκ, εξ αυτών ακολούθησε και ο χωρισμός.
Κύρια αίτια αυτού αναφέρονταν στις παράνομες σχέσεις του Βύρωνα με την ετεροθαλή αδελφή του, της Αυγούστας (κυρίας Leign). Τελικά όταν επήλθε επίσημα ο χωρισμός του στις 21 Απριλίου του 1816 η δημοτικότητα άρχισε να μειώνεται ενώ διάφορες φήμες άρχισαν να διαδίδονται μέχρι και για ομοφυλοφιλικές του τάσεις, ειδικά μετά από μια φραστική επίθεση που έκανε κατά της αντιβασιλείας που θεωρήθηκε ιδιαίτερα προσβλητική. Κατόπιν αυτών η παραμονή του πλέον στην Αγγλία κατέστη αδύνατος, περιορίζοντας τις δημόσιες εμφανίσεις του γεγονός που τον ανάγκασε να την εγκαταλείψει.

Στις 25 Απριλίου του 1816 επιβιβάσθηκε σε πλοίο με μεγάλη συνοδεία όπου μέσω Οστάνδης εγκαταστάθηκε αρχικά στις Βρυξέλλες και από εκεί επισκεπτόμενος το πεδίο της μάχης του Βατερλώ κατέληξε στη Γενεύη Ελβετία όπου και διέμεινε μερικούς μήνες συναντώντας τον εξόριστο εκεί από την Αγγλία ποιητή Σέλλεϋ με τον οποίο και ανέπτυξε ιδιαίτερη φιλία. Στη συνέχεια μετέβη στην Ιταλία, όπου υποστήριξε ενεργά το φιλελεύθερο κίνημα των Ιταλών πατριωτών.


                                          Δεύτερος ερχομός στην Ελλάδα

πίνακας Θ Βρυζάκη
 
Το 1823 κατευθύνεται, ύστερα από παρότρυνση των Άγγλων κεφαλαιούχων, που ενδιαφέρονταν για σύναψη δανείων με την ελληνική κυβέρνηση, προς την Ελλάδα, σταματώντας στην Κεφαλλονιά, όπου παρέμεινε για έξι μήνες στην οικία του κόμη Δελαδέτσιμα, φίλου του Μαυροκορδάτου. Τελικά, αν και αρχικός προορισμός του ήταν ο Μοριάς, εγκαθίσταται στο Μεσολόγγι, όπου έρχεται σε επαφή με τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, τον οποίο και υποστηρίζει οικονομικά. Εν τω μεταξύ, έχει σχηματίσει ιδιωτικό στρατό από 40 Σουλιώτες, υπό τους Δράκο, Τζαβέλλα και Φωτομάρα. Αξίζει να σημειωθεί ότι ήταν από τους πρώτους που συνειδητοποίησαν τις καταστροφικές συνέπειες που θα είχε η σύναψη δανείου στην περίπτωση που αυτό χρησιμοποιείτο όχι για εθνικούς σκοπούς, αλλά για πολιτικές διαμάχες.
Απεβίωσε στις 19 Απριλίου του 1824 ύστερα από πυρετό. Το πένθος για τον θάνατό του ήταν γενικό και ο Διονύσιος Σολωμός συνέθεσε μακρά ωδή στη μνήμη του. Η καρδιά του ενταφιάστηκε στο Μεσολόγγι. Προς εκδήλωση του πένθους στο Μεσολόγγι ρίχτηκαν 37 κανονιοβολισμοί από την ανατολή του ηλίου και μία κάθε λεπτό.
Από τα έργα του τα πιο γνωστά είναι:

  • «Τσάιλντ Χάρολντ»
  • «Δον Ζουάν»
  • «Μάνφρεντ»

                                                               Παραλειπόμενα

  Ένας από τους στενούς φίλους του Βύρωνα στο Μεσολόγγι ήταν ο επίσης σπουδαίος φιλέλληνας Αμερικανός ιατρός, από τη Βοστόνη, Σαμουήλ Γκρίντλευ Χάου (1801-1878), ο οποίος στην Ελληνική Επανάσταση του 1821, νεαρός τότε μόλις απόφοιτος του Πανεπιστημίου, είχε έλθει στην Ελλάδα και για έξι χρόνια πρόσφερε εθελοντικά τις ιατρικές του υπηρεσίες στους Έλληνες αγωνιστές.
Μετά το θάνατο του Λόρδου Βύρωνα ο Χάου κράτησε ως κειμήλιο της φιλίας το αγγλικό κράνος - περικεφαλαία του Βύρωνα, το οποίο αργότερα, το 1925, έφερε στην Ελλάδα, η μικρότερη κόρη του Χάου η Έλιοτ όπου το πρόσφερε στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο. ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ

 Ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, στο έργο του “Ιστορία του Ευρωπαϊκού Πνεύματος”, παρουσιάζει μια άγνωστη πτυχή της ζωής του Λόρδου Μπάιρον.
 Στα τέλη Φεβρουαρίου του 1812, η Βουλή των Λόρδων συζητούσε ένα κρίσιμο νομοσχέδιο. Το νομοσχέδιο αυτό (γνωστό ως “The Frame-Work Bill”) πρόβλεπε αυστηρές ποινές, ακόμα και την ποινή του θανάτου, για τους εργάτες, που -χάνοντας τη δουλειά τους, το ψωμί τους, με την πρόοδο της τεχνικής- ξεσηκώνονταν και έσπαζαν τις μηχανές. Είχαν σημειωθεί ήδη πολλά δραματικά επεισόδια, και ο ίδιος ο Μπάιρον είχε παρακολουθήσει, όταν πρόσφατα βρισκόταν στο Νιούστεντ, φοβερές και αιματηρές σκηνές στην περιοχή του Νόττινχαμ, όταν οι άνεργοι των κλωστοϋφαντουργείων, που με την εισαγωγή νέων εργαλείων είχαν χάσει τη δουλειά τους, ξεσηκώνονταν σχεδόν κάθε μέρα και αντιμετώπιζαν τις ξιφολόγχες, τις σπάθες του ιππικού ή και τα πυρά όχι μόνο της Εθνοφυλακής, αλλά και συνταγμάτων του τακτικού στρατού, που μετακινήθηκαν προς την περιοχή εκείνη. Πολλές μηχανές είχαν καταστραφεί, αλλά και άφθονο αίμα απελπισμένων ανέργων είχε χυθεί. Στις 27 Φεβρουαρίου, όταν η Βουλή των Λόρδων θα συζητούσε το νομοσχέδιο σε δεύτερη ανάγνωση (for the second reading), ο Μπάιρον εγέρθηκε και μίλησε. Είχε προσυνεννοηθεί με τον λόρδο Χόλλαντ, έναν από τους ηγέτες των Ουίγων (Whigs). Του είχε απευθύνει μάλιστα, στις 25 Φεβρουαρίου, μιαν επιστολή, δηλώνοντάς του με πολύ σεβασμό ότι αν του συνιστούσε να τροποποιήσει τον λόγο του ή και να μην μιλήσει διόλου, θα ‘ταν πρόθυμος να συμμορφωθεί με τη σύσταση. Στην επιστολή αυτή λέει ότι με την εισαγωγή των νέων μηχανών “ένας εκτελεί την εργασία εφτά ανθρώπων -έξι πετάγονται έτσι έξω”, τονίζει (αυτό θα το επαναλάβει και στο λόγο του), ότι το προϊόν είναι τώρα πολύ κατώτερο σε ποιότητα, με αποτέλεσμα “τον πλουτισμό λίγων μονοπωλιστών” και διατυπώνει την επιγραμματική φράση:
“…όσο κι αν μας χαροποιεί κάθε βελτίωση στις (παραγωγικές) τέχνες, που μπορεί να είναι ευεργετικές για το ανθρώπινο γένος, δεν πρέπει να επιτρέψουμε να θυσιάζεται το ανθρώπινο γένος στις μηχανές”.
Ο λόρδος Χόλλαντ δεν εμπόδισε τον Μπάιρον να εκφωνήσει τον λόγο του. Ο παρθενικός αυτός λόγος του (δεν μίλησε στη ζωή του παρά ελάχιστες ακόμα φορές στη Βουλή των Λόρδων) ήταν καλά προετοιμασμένος και προκάλεσε αίσθηση. Παραθέτουμε τις καλύτερες φράσεις του λόγου:
Ονομάζετε τους ανθρώπους αυτούς όχλο (a mob), απελπισμένο, επικίνδυνο και αγράμματο· και μοιάζετε να σκέπτεστε ότι ο μόνος τρόπος να ηρεμήσει η “Bellua multorum capitum” (το “ζώο με τις πολλές κεφαλές”) είναι να κρεμάσετε μερικές από τις κεφαλές αυτές. Αλλά ακόμα κι ένας όχλος μπορεί καλύτερα να μπει στον δρόμο της λογικής μ’ ένα κράμα διαλλακτικού πνεύματος και σταθερού χεριού παρά με πρόσθετο εξερεθισμό και αυξημένες ποινές. Έχουμε, τάχα, συνειδητοποιήσει τι οφείλουμε σ’ αυτόν τον όχλο; Είναι ο όχλος που δουλεύει στους αγρούς σας και υπηρετεί στα σπίτια σας -που επανδρώνει τον στόλο σας και προμηθεύει άνδρες στον στρατό σας- που σας έκαμε ικανούς να αψηφήσετε ολόκληρο τον κόσμο, και που μπορεί, επίσης, να αψηφήσει και σας, όταν η παραμέληση και η δυστυχία θα τον οδηγήσει σε απόγνωση! Ονομάστε, αν θέλετε, τους ανθρώπους αυτούς όχλο· αλλά μην ξεχνάτε ότι ένας όχλος εκφράζει πολύ συχνά τα αισθήματα του λαού”.
Οι φράσεις αυτές είναι βαρυσήμαντες. Είναι -άσχετα από την ειδική περίσταση, που προκάλεσαν τη σύλληψη και διατύπωσή τους- ισχυρές για όλους τους καιρούς και όλες τις ανθρώπινες κοινωνίες. ΠΗΓΗ http://logomnimon.wordpress.com/

Η «κόρη των Αθηνών» και ο Λόρδος Βύρων
Αγνώστου,Κόρη των Αθηνών (λεπτομέρεια).

Στην περιοχή του Ψειρή γράφτηκε στα 1809 μια πολύ τρυφερή  ιστορία αγάπης. Το ρομαντικό ειδύλλιο ανάμεσα στον διάσημο ποιητή και φιλέλληνα λόρδο Βύρωνα και τη μικρή κόρη του Προκοπίου Μακρή, προξένου τής ‘Αγγλίας, τη  Θηρεσία Μακρή. Λίγο πιο πέρα από την πλατεία ‘Ηρώων, την πλατεία Ψειρή, στην Οδό ‘Αγυιάς, σήμερα ‘Αγ. Θέκλας, βρισκόταν το σπίτι του Μακρή. Στην πραγματικότητα ήταν δύο κα­τοικίες που χωρίζονταν με μεσότοιχο, αλλά επικοινωνούσαν μεταξύ τους. Τότε, που τα σπίτια ήταν λίγα στην Αθήνα, στη μια από τις δυο κατοικίες εφιλοξενούντο ξένοι περιηγητές για λίγες ημέρες.
‘Ανάμεσα στους φιλοξενούμενους ήταν ο Λόρδος Βύρων και ο φίλος του Χόμπχαουζ. Όταν ο Βύρων, στα τέλη του Δεκέμβρη του 1809, είδε την δωδεκάχρονη Θηρεσία ή Τερέζα Μακρή (είχε γεννηθεί το 1791) κεραυνοβολήθηκε. Ενοιωσε μεγάλο θαυμασμό  και είπε στο φίλο του:
Κοίτα, Ρόμπερτ, μία  από τις Καρυάτιδες ζωντάνεψε!
Όσο περνούσαν οι μέρες τόσο ο έρωτας του Βύρωνα για την μικρή σπιτονοικοκυρά του μεγάλωνε. Ο φίλος του Ρόμπερτ, του συνέστησε να φύγουν το γρηγορότερο. Όμως ο Βύρων ήθελε να την παντρευτεί. Μα φοβό­ταν μήπως η δωδεκάχρονη κόρη δεν καταλάβαινε τον έρωτά του. Ετσι  αποφάσισε  να μιλήσει στη μητέρα   της. Βέβαια, και η μικρή Θηρεσία, όταν αντάμωσε το βλέμμα του, ένοιωσε την καρδιά της να φτερουγίζει. Μα  απέκλεισε  μέσα της  οτιδήποτε, αφού ο Βύρων είχε τέτοια καταγωγή.
Μια μέρα,  όμως, που βρέθηκαν οι δυο τους στο χαγιά­τι του σπιτιού, ο ευγενής φιλέλληνας της έπιασε το χέρι. Η νέα το τράβηξε και του είπε στα Γαλλικά:
- Είμαι ορφανή κοπέλα και δεν έχω δικαίωμα να μι­λάω με άνδρες…..
Τότε ο Λόρδος γονάτισε μπροστά της και της φίλησε τα κρινοδάχτυλα των χεριών της.
- Ζωή μου, σ’ αγαπώ, της είπε με αληθινό πάθος. Πες μου, θέλεις να  γίνεις γυναίκα μου;
Πλημμυρισμένη από ευτυχία η Θηρεσία  του είπε:
- Φοβάμαι, Νοέλ..
Φοβόταν πως η αγάπη, η μεγάλη αυτή αγάπη, θα περ­νούσε σύντομα.
- Ταξίδεψε, συνέχισε κι αν η αγάπη σου μείνει ζωντα­νή, τότε έλα πάλι.
Τρελός από ευτυχία ο Βύρων έγραψε το γνωστό ποίημα για την κόρη των ‘Αθηνών, που κάθε στροφή του τελειώνει με το «ζωή μου, σ’ αγαπώ». Όταν, όμως, επρόκειτο να φύγει, η Θηρεσία του υπενθύμισε ότι ένας ποιητής πρέπει να μένει  ελεύθερος. Ο  ποιητής έφυγε με σκυμμένο το κεφάλι και δεν ξα­ναγύρισε. Λίγο αργότερα η Θηρεσία έκλαψε το θάνατό του. Στα 1829 παντρεύτηκε τον πρόξενο της ‘Αγγλίας στο Μεσολόγγι, γνωστό Φιλέλληνα Ιάκωβο Μπλακ, και  από κει και πέρα έζησε στην ‘Αγγλία, αφήνοντας πίσω της την πλατεία του Ψειρή.
Όταν πέθανε, στα 1876, οι «κουτσαβάκηδες»  ήταν στις δόξες τους γύρω από το  πατρικό της σπίτι.
                                                           Κόρη των Αθηνών

ΑΠΟ http://trigazis.pblogs.gr/2009/20091201.html
 Κόρη γλυκιά των Αθηνών,

σε τούτη δω του αποχωρισμού την ώρα,

δώσε , ώ! δώσε πίσω την καρδιά μου,

π’αποχωρίστηκε από το στήθος το δικό μου

ή πάρε ό,τι απόμεινε και κράτησέ το.

Πριχού να φύγω άκουσε τον όρκο τον δικό μου:

-Ζωή μου, σας αγαπώ!

Μα τα μαλλιά τ΄ατίθασα ,


τα γλυκανεμισμένα ‘πο τον αγέρα του Αιγαίου,
Μα τα βλέφαρά σου που με τα κατάμαυρα ματόκλαδα αγγίζουν

τα τρυφερά τα μάγουλα τα ροδοβαμμένα.

Μα τα ελαφίσια τ’ ‘αγριωπά τα μάτια σου,

-Ζωή μου, σας αγαπώ!

Μα τα χείλη σου, που λαχταρώ με πόθο,

Μα τη λιγνή τη μέση σου, που ‘ναι σα δαχτυλίδι.

Μα τα λουλούδια που μιλούν κάλλιο από κάθε λέξη.

Μα της αγάπης τη χαρά, που γίνεται μαζί και λύπη :

-Ζωή μου, σας αγαπώ!

Κόρη γλυκιά των Αθηνών,

Σ΄ αφήνω γεια και φεύγω, μα μη με ξεχνάς

Σαν είσαι μοναχή να με συλλογάσαι.

Τι κι αν πηγαίνω μακριά κι αν φεύγω για την Πόλη

μου ΄χει η Αθήνα την καρδιά και την ψυχή σκλαβώσει.

Αγάπη τέτοια σώνεται;

-Ζωή μου, σας αγαπώ!



Η μορφή της Κόρης των Αθηνών, (ή κατά κόσμον Τερέζας Μακρή), μια μορφή αγγελικά πλασμένη μέσα από τους φλογερούς στίχους βγαλμένους από τον έρωτα που έτρεφε ο Μπάϋρον για εκείνην, ενέπνευσε ποιητές, ζωγράφους και λοιπούς καλλιτέχνες για να περάσει για πάντοτε στα Ηλύσια της ποίησης και του θρύλου.

Το σπίτι της οδού Θέκλας εκεί όπου γεννήθηκε ο έρωτας του Μπάϋρον για την πανέμορφη Τερέζα δεν υπάρχει πια…..
Κατεδαφίστηκε το 1974….http://olympia.gr



ΦΑΙΝΕΤΑΙ ΟΤΙ ΚΑΙ Ο ΛΟΡΔΟΣ BYRON ΗΤΑΝ...ΣΥΝΩΜΟΣΙΟΛΟΓΟΣ!!!
 (Πηγή: diadrastiko:)




ΣΤΟ ΠΟΙΗΜΑ" CANTO 12" ΑΠΟ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ "DON JUAN Ο ΛΟΡΔΟΣ BΥΡΟΝ ΠΕΡΙΓΡΑΦΕΙ ΜΕ ΚΑΥΣΤΙΚΟ ΤΡΟΠΟ ΤΗΝ ΗΓΕΜΟΝΙΑ ΤΩΝ ROTHSCHILDS ΣΤΟΝ ΕΛΕΓΧΟ ΤΗΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑΣ ΙΣΧΥΟΣ Δημοσιεύουμε σήμερα μέρος από το άγνωστο σε πολλούς ποίημα CANTO 12 του Λόρδου Βύρωνα από από το έργο του «Δον Ζουάν» και το .... οποίο το Cambridge Forecast Group Blog το οποίο το δημοσιεύει ολόκληρο στα αγγλικά το τιτλοφορεί ως μιά
"κριτική της παγκοσμιοποίησης και των Ρόθτσιλντ"
Την μετάφραση έχει κάνει ο Γ. Βολουδάκης ο οποίος σημειώνει:
"Στο τέλος του VI οκτάστιχου (στη μετάφραση δεκάστιχο) ο στίχος Must get itself discounted by a Jew, με παίδεψε γιατί μόνο περιγραφικά μπορείς να το μεταφράσεις. Διότι περιγράφει για το Περού, αυτό που γίνεται τώρα στην χώρα μας! Δηλαδή οτι πουλιέται μια χώρα, υποτιμημένη από τήν ίδια της  την ηγεσία και την πώληση διαπραγματεύεται ένας εβραίος (ο Ρόθτσιλντ). Τελικά το μετέφρασα: 
πρέπει εσύ το ίδιο να δοθείς με έκπτωση από έναν Εβραίο"
Είναι εντυπωσιακό πώς ο Byron περιγράφει τους πραγματικούς τότε κυρίαρχους του παγκόσμιου παιχνιδιού, τον Nathan Mayer Rothschild , και τον Thomas Baring γιό του ιδρυτού της ομώνυμης τράπεζας. Ο τρίτος που αναφέρεται είναι ο Jacques Laffitte πανίσχυρος γάλλος τραπεζίτης και πολιτικός. Η προσπάθεια των Rothschilds για παγκόσμια κυριαρχία είχε αρχίσει το 1790 με τον Mayer Amschel Bauer που έφτιαξε το συνασπισμό της κόκκινης ασπίδας (στα γερμανικά Rothschild) και ίδρυσε την ομώνυμη σιωνιστική δυναστεία


Το απόσπασμα από το ποίημα" CANTO 12"


IV
Η αγάπη ή η λαγνεία αρρωσταίνει τον άνθρωπο, 

και το κρασί πολύ περισσότερο

η φιλοδοξία ξεσκίζει και το να τζογάρεις 

κερδίζει μιάν απώλεια 

Αλλά να φτιάχνεις χρήματα, αρχικά με αργό ρυθμό, 

στη συνέχεια πιο γρήγορα, 

Και προσθέτοντας ακόμα λίγο (χρήμα)

μέσα από τον σταυρό του κάθε ενός (ανθρώπου) 

(ο οποίος τελικά θα επικρατήσει ). 

Xτυπάει την αγάπη ή το ποτό,

του χαρτοπαίκτη ο μετρητής,

ή τη σκουριά του πολιτικού.

Ώ χρυσάφι! Εγώ ακόμα σε προτιμώ στο χαρτί,

που κάνει την τραπεζική πίστωση, 

να μοιάζει με μια τράπεζα των ατμών .


V
«Ποιος κρατάει την ισορροπία του κόσμου;
Ποιος βασιλεύει πάνω από κάθε συμβούλιο,
είτε είναι βασιλόφρον είτε είναι φιλελεύθερο;
Ποιος ξεσήκωσε τους ρακένδυτους πατριώτες της Ισπανίας;
(Αυτό κάνει της γηραιάς Ευρώπης όλα τα έντυπα να τρίζουν και να φλυαρούν )
Ποιος διατηρεί τον κόσμο,παληό μαζί και νέο,
μέσα στον πόνο
Ή μέσα στην απόλαυση;
Ποιος κάνει φλύαρη ολάκερη την πολιτική; 
Μήπως η σκιά του ευγενούς Βοναπάρτη το τολμά;
Ο εβραίος Rothschild, και ο χριστιανός φίλος του, ο Baring.

VI
Αυτοί, και ο πραγματικά φιλελεύθερος Lafitte,
Είναι οι πραγματικοί άρχοντες της Ευρώπης.
Κάθε δάνειο
δεν είναι απλώς ένα κερδοσκοπικό χτύπημα,
Αλλά καθηλώνει ένα έθνος ή αναστατώνει ένα θρόνο.
Κάποιες Δημοκρατίες επίσης είναι λιγάκι αναμεμειγμένες
το ποιός κατέχει τις μετοχές της Κολούμπια
δεν είναι άγνωστο.
H αλλαγή κι ακόμη εσύ ασημένιο έδαφος, Περού,
πρέπει εσύ το ίδιο να δοθείς με έκπτωση από έναν Εβραίο. 


http://diadrastiko.blogspot.com/2012/06/byron.html#ixzz2OUCWmhLB




She Walks In Beauty – Lord Byron

 
Βαδίζει μες στην ομορφιά, όπως η νύχτα
στον  ανέφελο ουρανό που φωτίζεται από τα άστρα
στο βλέμμα και στην μορφή της φοράει
ό,τι πιο υπέροχο, λαμπερό και σκοτεινό
διυλισμένο στο απαλό φως,
που ο παράδεισος δεν επιτρέπει στην αυθάδικη την ημέρα

Μία λιγότερη αχτίδα, μια περισσότερη σκιά,
την ανείπωτη της χάρη θα χαλούσαν,
εκείνη που κυματίζει σε κάθε πλεξούδα
ή που φωτίζει απαλά το πρόσωπο της
εκεί που οι σκέψεις της εκφράζονται με τόση γλύκα
πόσο αγνός, πόσο αγαπημένος είναι ο τόπος που κατοικούν

Σε αυτό εδώ το μάγουλο, πάνω από αυτό το φρύδι
ήρεμα κι απαλά, αλλά τόσο εκφραστικά,
τα χαμόγελα που νικούν, τα χρώματα που αστράφτουν
που εξιστορούν ημέρες με τόση καλοσύνη
τον νου που βρίσκεται σε ηρεμία με όλα αυτά
μια καρδιά με τόσο αθώα αγάπη…


Αποσπάσματα από έργα του 
 
Ήλιε των ακοίμητων! Μελαγχολίας αστέρι!
Που η δακρυσμένη δέσμη σου τρεμοφεγγάει μακριά
Που δείχνει την σκοτεινιά αυτή που δεν θα διασκορπίσεις,
Πόσο όμοιος είσαι με καλά ενθυμούμενη χαρά!
Έτσι φωτάει το παρελθόν, λάμψη άλλων ημερών,
Που λάμπουν μα δεν θάλπουνε, οι ισχνές του οι αχτίδες
Μια Θλίψη φεγγαρόνυχτη σκιρτάει για να φανεί
Καθάρια μα κι απόμακρη, ψυχρή - τόσο ψυχρή!
(«Ήλιε των Ακοίμητων!» από τις «Εβραϊκές Μελωδίες»)

 Αρχαία συ των ημερών! Θεά σεβάσμια! Πού ναι
Οι τρανοί σου άντρες; Πού οι μεγαλόψυχοί σου;
Πάνε - Σε παρελθόντος όνειρα μισοσβησμένοι ζούνε
Πρώτοι στο δρόμο με σκοπό τη Δόξα τη δική σου,
Νικήσανε και πέθαναν - μόνον αυτό; Λογίσου!
(Άσμα Δεύτερο, ΙΙ - Μετ. Μ. Β. Ραΐζης)

Κρύα είν' η καρδιά, ωραία Ελλάδα! Αυτή που σ' αντικρίζει
και δεν ριγά σαν εραστής στου σύντροφου τη σκόνη.
Αργό είναι το μάτι αυτό, που δάκρυ δεν βουρκώνει
μπροστά στους ρημαγμένους σου ναούς, που διαγουμίζει
χέρι ανόσιο Βρετανών, που πιότερο οφείλουν
φύλακες να 'ν των ιερών, που δεν θα επανορθωθούν
καταραμένη ειν' η ώρα αυτή, που απ' το νησί τους φεύγουν
και πάλινε το δύσμοιρο τον κόρφο σου κουρσεύουν
και τους πεσμένους σου θεούς, στα άθλια βόρεια σκότη τους τραβούν!»
( Άσμα Πρώτο, XV)
  

Κοίταξε στην Ανατολή, όπου του Γάγγη η γέννα

Θε να τραντάξει τα σκληρά αυτοκρατορικά θεμέλια
Εκεί η εξέγερση δεινή την κεφαλή σηκώνει
Και των νεκρών ιθαγενών τη Νέμεση αξιώνει
Ώσπου ο Ινδός, πορφύρινη πλημμύρα να κυλήσει
Και σ' αίμα βόρειο τα παλιά τα χρέη να ξοφλήσει.
Γιατί η Παλλάδα, σ' όποιονε λεύτερη γέννα δώσει
Με το χαμό τον απειλεί, τους άλλους αν σκλαβώσει
Τέλος για δες το σπίτι σου - δεν θέλεις να κοιτάς;
Στο αγέλαστο χαμόγελο στενής απελπισιάς

Η πόλη σας πώς θλίβεται: Το Γλέντι κι αν οργιάζει,
Εδώ ο Λιμός λιποθυμά κι εκεί η Αρπάγη αρπάζει.
Πνεύμα εσύ της Λευτεριάς! Σαν στης Φυλής το φρύδι
στοίχειωσες τον Θρασύβουλο κι αυτή τη συντροφιά του,
μπορούσες άραγε να ιδείς, την ώρα τη στεναχτική
που σκιάζει σου την καλλονή της αττικής πεδιάς σου;
Δεν είναι τριάντα οι τύραννοι που μ' άλυσσες σε δένουν
μα ο κάθε βάρβαρος μπορεί τη γη σου ν' αφεντεύει
ούτε οι γιοί σου εγείρονται, βογγάνε ματαιωμένοι
τρέμουν το κνούτο της Τουρκιάς, έχοντας σκλάβοι γεννηθεί
κι ως τη στερνή τους την πνοή, σε λόγο και σε έργα απανδρειωμένοι.
Στα πάντα εκτός απ' την μορφή, πόσο αλλαγμένη! Κι όμως
ποιός θα προσέξει τη φωτιά που σιγοκαίει ακόμα
στους οφθαλμούς, τα μάγουλα ποιος θα τα δει ν' ανάβουν
στην άσβεστη τη φλόγα σου, Ελευθερία χαμένη!
Κι όμως πολλοί ονειρεύονται μια ώρα που κοντεύει
να φέρει αυτή προγονική τη δόξα, κληρονομική
γιατί τα όπλα που ζητούν, του ξένου η άφαντη αρωγή
μπροστά στην όργητα του εχθρού, μόνα δεν θα τολμήσουν
Ούτε απ' τη βίβλο της Σκλαβιάς, το λερωμένο σου το όνομα θα σκίσουν.
Δεσμώτες κληρονομικοί! Δεν ξέρετε πως όσοι
Να ζούνε θέλουν λεύτεροι, πρέπει οι ίδιοι να ματώσουν;
Πως με το χέρι το δεξί η κατάκτηση κερδιέται
κι ο Γάλλος ή Μόσχοβος δεν θα σας απολυτρώσουν;
Κι αν ίσως τους περήφανους δεσπότες ταπεινώσουν,
για σας δεν θε να ανάψουν οι βωμοί της Λευτεριάς.
Σκιές Ειλώτων! Τα σπαθιά σας οι εχθροί σας ας τα νοιώσουν!
Άλλαξε αφέντη Ελλάδα! Ίδια μοίρα σε προσμένει
Φεύγει η ώρα σου της δόξας, μα η ντροπή σου παραμένει.
(«Τσάιλντ Χάρολντ» - Άσμα Δεύτερο, LXXIV-LXXVI)

 Ός αγαπά παραμιλά - είναι της νιότης η φρενίτις, μα η γιατρειά
πικρότερη ακόμα, μάγια τα μάγια μας τα λέει
τα είδωλα μας τα στερεί, για να 'ρθει η ώρα
να δούμε βέβαιοι, πώς μήτε αξία μηδέ ομορφιά
έξω απ' του νου, το σχήμα το ιδεώδες κατοικούνε.
Μοιραίο το ξόρκι ακόμα μας κρατά και ξεκινούμε
θύελλες να θερίσουμε απ' άνεμων σπορά.
΄Ω πεισματάρικη καρδιά, η αλχημεία του άπαξ ξεκινήσει
θαρρείς στο στόχο πάντα είσαι κοντά και πλουσιότερη αν το βέλος ξεστρατίσει.
(«Τσάιλντ Χάρολντ» - Άσμα Τέταρτο, CXXIII)

Στον «Τσάιλντ Χάρολντ», ο ποιητής θα στιγματίσει με δριμύτητα την κακοποίηση του Παρθενώνα από τον Έλγιν - κάτι που θα επαναλάβει και στην περίφημη «Κατάρα της Αθηνάς». Το σχετικό του σημείωμα, μοιάζει να απαντά, δύο αιώνες πίσω, στα επιχειρήματα που επιστρατεύουν, όσοι ακόμα προσπαθούν να δικαιολογήσουν τον αδίσταχτο Βρετανό, που βεβήλωσε το ελληνικό ιερό για να κερδοσκοπήσει:
«Όταν φορτώνουν και παίρνουν τρεις και τέσσερις καραβιές από τα πολυτιμότερα και ακεραιότερα λείψανα που άφησαν ο χρόνος και η βαρβαρότητα στην πιο κακόπαθη και την πιο ονομαστή πόλη, όταν ρημάζουν στην προσπάθεια να τα ξηλώσουν, αυτά τα έργα που στάθηκαν ο θαυμασμός των αιώνων, δεν γνωρίζω κίνητρο που μπορεί να δικαιολογήσει, ούτε όνομα που μπορεί να χαρακτηρίσει όσους διαπράττουν αυτή την ποταπή δήωση», γράφει σε σημείωση που συνοδεύει το δεύτερο άσμα του Τσάιλντ Χάρολντ.
http://omogeneia.ana-mpa.gr/press.php?id=9449




 Διονύσιος Σολωμός - Εἰς τὸν θάνατον τοῦ Λόρδου Μπάϋρον
( Αποσπάσματα )

1.
Λευτεριά, γιὰ λίγο πάψε
νὰ χτυπᾶς μὲ τὸ σπαθί.
Τώρα σίμωσε καὶ κλάψε
εἰς τοῦ Μπάιρον τὸ κορμί.

2.
Καὶ κατόπι ἂς ἀκλουθοῦνε

ὅσοι ἐπράξανε λαμπρά.
ἀποπάνου του ἂς χτυποῦνε
μόνο στήθια ἡρωικά.

3.
Πρῶτοι ἂς ἔλθουνε οἱ Σουλιῶτες,
καὶ ἀπ᾿ τὸ Λείψανον αὐτὸ


ἂς μακραίνουνε οἱ προδότες
καὶ ἀπ᾿ τὰ λόγια ὁποῦ θὰ πῶ.


4.
Φλάμπουρα, ὅπλα τιμημένα,


ἂς γυρθοῦν κατὰ τὴ γῆ,
καθὼς ἤτανε γυρμένα
εἰς τοῦ Μάρκου τὴ θανή,


5.
ποῦ βαστοῦσε τὸ μαχαίρι,


ὅταν τοῦ ῾λειψε ἡ ζωή,
μεσ᾿ στὸ ἀνδρόφονο τὸ χέρι,
καὶ δὲν τ᾿ ἄφηνε νὰ βγεῖ.



6. Ἀναθράφηκε ὁ γενναῖος
στῶν ἁρμάτων τὴν κλαγγή.
Τοῦτον ἔμπνευσε, ὄντας νέος,
μία θεὰ μελωδική.


7.
Μὲ τὲς θεῖες τὶς ἀδελφάδες

ἐστεκότουν σιωπηλή,
ἐνῶ αὐξαίνανε οἱ λαμπράδες
στοῦ Θεοῦ τὴν κεφαλή,

8.
ποῦ ἐμελέτουνε τὴ Χτίσι.
Καὶ ὅτι ἐβγῆκε ἡ προσταγή, 


ὁποῦ ἐστένεψε τὴ Φύση
αἰφνιδίως νὰ φωτιστεῖ,


9.
Μὲ τὰ μάτια ἀκολουθώντας
τὸ νεογέννητο τὸ φῶς,
καὶ σὲ δαῦτο ἀναφτερώντας,
τῆς ἐξέβγαινε ὁ ψαλμὸς




10. ἀπ᾿ τ᾿ ἀθάνατο τὸ στόμα,
καὶ ἀπομάκραινε ἡ βροντή,
ποῦ τὸ Χάος ἔκανε ἀκόμα
στὴν ὀγλήγορη φυγή,

.......................................................................................................






163.
Γιὰ τὴν ποθητὴν Ἑλλάδα
τόσο πρόθυμα ρωτοῦν,
σὰν νὰ ἐζήτααν τὴ γλυκάδα
τοῦ φωτὸς νὰ ξαναϊδοῦν.


164.
Κλάψες ἄμετρα χυμένες,
χέρια ἁπλότρεμα, κραυγές,
ποὺ ἀπ᾿ τ᾿ς ἀντίλαλους πωμένες
εἶναι πλέον τρομαχτικές.


165.
Κειὸς σεβάσμια προχωρώντας,
καὶ μὲ ἀνήσυχες ματιές,
τὰ προσώπατα κοιτώντας,
καὶ κοιτώντας τὲς πληγές:


166.
« Διχόνοια κατατρέχει
τν λλάδα. ν νικηθε,
ΜΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΠΟΥ ΜΑΣ ΕΧΕΙ,
τ᾿ νομά σας ξαναζε».































Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου