Τετάρτη, 11 Μαρτίου 2015

ΗΛΙΑΣ ΒΕΝΕΖΗΣ ( 4 Μαρτίου 1904 - 3 Αυγούστου 1973 )

Το θέλει ο άνθρωπος να μιλά και να ξαλαφρώνει...


Ο Ηλίας Βενέζης (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Ηλία Μέλλου) γεννήθηκε στις Κυδωνιές (Αϊβαλί) της Μικράς Ασίας, γιος του Μιχαήλ Δ. Μέλλου και της Βασιλικής Γιαννακού Μπιμπέλα. Είχε έξι αδέρφια. Με το ξέσπασμα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου ο πατέρας του και μια αδερφή του αποκλείστηκαν στη Μικρά Ασία και η υπόλοιπη οικογένεια κατέφυγε στη Μυτιλήνη, όπου ο συγγραφέας γράφτηκε στο Γυμνάσιο. Το 1919 επέστρεψαν όλοι στο Αϊβαλί (είχε προηγηθεί η αποβίβαση των ελληνικών στρατευμάτων στη Μικρά Ασία), εκτός από την Άρτεμη, κόρη της οικογένειας, που πέθανε από επιδημία ισπανικής γρίππης στη Μυτιλήνη. Το 1922 ο Βενέζης, που μόλις είχε τελειώσει το γυμνάσιο στη γενέτειρά του, αιχμαλωτίστηκε από τους τούρκους και υπηρέτησε στα τάγματα εργασίας στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας για δεκατέσσερις μήνες. Αφέθηκε ελεύθερος το 1923 και επέστρεψε στη Λέσβο για να βρει την οικογένειά του. 
Ο Ηλίας Βενέζης σε νεαρή ηλικία
Εκεί εργάστηκε αρχικά στο Πλωμάρι ως υπάλληλος της Διευθύνσεως Κτημάτων εξ Ανταλλαγής του Υπουργείου Γεωργίας και στη συνέχεια ως υπάλληλος στις τράπεζες Εθνική και Ελλάδος. Μετά από μετάθεσή του στο υποκατάστημα της Τράπεζας Ελλάδος στην Αθήνα, εγκαταστάθηκε στην πρωτεύουσα, όπου εργάστηκε ως το 1957. Το 1938 παντρεύτηκε την Σταυρίτσα Μολυβιάτη με καταγωγή από το Αϊβαλί, με την οποία απέκτησε μια κόρη, την Άννα. Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής συνελήφθη από τα S.S. και κλείστηκε στις φυλακές Αβέρωφ. Απελευθερώθηκε εικοσιτρείς μέρες αργότερα μετά από εκκλήσεις του Αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού και άλλων προσωπικοτήτων της εποχής. Πέθανε στην Αθήνα μετά από πολύχρονη και επώδυνη ασθένεια. Γραμματέας και διευθύνων σύμβουλος του Δ.Σ. του Εθνικού Θεάτρου (1950-1952) και διοικητικός διευθυντής και πρόεδρος της καλλιτεχνικής επιτροπής του (1964-1967), ιδρυτικό μέλος της Ομάδας των Δώδεκα (1950), συνεργάτης του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας (1954-1966), πρόεδρος του κινηματογραφικού φεστιβάλ Θεσσαλονίκης (1963-1966) και αντιπρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της Ελληνοαμερικανικής Ένωσης (1966-1970), ο Ηλίας Βενέζης εκλέχτηκε επίσης μέλος της Ακαδημίας Αθηνών (1957), θέση από την οποία ανέπτυξε έντονη πολιτιστική δραστηριότητα. 
Στη λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε το 1921 με δημοσιεύσεις διηγημάτων στο περιοδικό της Κωνσταντινούπολης Ο Λόγος. Το 1927 βραβεύτηκε από το περιοδικό Νέα Εστία για το διήγημά του Ο θάνατος και αργότερα δημοσίευσε σε συνέχειες την πρώτη μορφή του εμπνευσμένου από την εμπειρία του στα τάγματα της Ανατολής έργου του Το νούμερο 31328, που εκδόθηκε το 1931. Ακολούθησαν τα μυθιστορήματα Γαλήνη, Αιολική γη, Έξοδος και Ωκεανός, που κινούνται όλα, όπως και το πρώτο του στα πλαίσια του ντοκουμέντου, με σαφείς επιδράσεις από την ανθρωπιστική ιδεολογία του συγγραφέα. Ολοκλήρωσε επίσης διηγήματα, ιστορικές μελέτες, οδοιπορικά και το θεατρικό έργο Μπλοκ C, που πρωτοπαραστάθηκε το 1945 από το θίασο του Πέλου Κατσέλη. Έργα του μεταφράστηκαν σε πολλές ξένες γλώσσες. Το 1949 μετά από πρόσκληση του State Department περιόδευσε στις Η.Π.Α., όπου πραγματοποίησε διαλέξεις και συνεντεύξεις. Τιμήθηκε με το Α΄ Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας και τον Έπαινο της Ακαδημίας Αθηνών (1940 για τη Γαλήνη). 1. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Ηλία Βενέζη βλ. Αθανασόπουλος Βαγγέλης, «Χρονολόγιο Ηλία Βενέζη (1904-1973)», Διαβάζω337, 8/6/1994, σ.38-44, Αργυρίου Αλεξ., «Βενέζης Ηλίας», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό2. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1984, Γιαλουράκης Μανώλης, «Βενέζης Ηλίας», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας3. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ. και Στεργιόπουλος Κώστας, «Ηλίας Βενέζης», Η μεσοπολεμική πεζογραφία• Από τον πρώτο ως τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο (1914-1939)Β΄, σ.334-376. Αθήνα, Σοκόλης, 1992.

Ο Άγγελος Κατακουζηνός φωτογραφίζει εκπροσώπους της περίφημης "γενιάς του '30". Άνω σειρά: Ηλίας Βενέζης (δεύτερος από αριστερά) και προς τα δεξιά: Οδυσσέας Ελύτης, Γιώργος Σεφέρης, Ανδρέας Καραντώνης και στο άκρο δεξιά ο Γιώργος Θεοτοκάς. Κάτω σειρά από αριστερά: Άγγελος Τερζάκης, Κωνσταντίνος Δημαράς, Γιώργος Κατζίμπαλης και στο άκρο δεξιά ο Ανδρέας Εμπειρίκος

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ 

Μυθιστορήματα

Το νούμερο 31328 (1931)
Γαλήνη (1939)
Αιολική Γη (1943)
Ωκεανός (1956)
Το Μυθιστόρημα των Τεσσάρων, μαζί με τους Μυριβήλη, Καραγάτση, Τερζάκη (195 Λέκας (συλλογή, 1927)
Εμανουήλ Λεύκας (συλλογή, 1939)
Αιγαίο (συλλογή, 1941)
Ακήφ (διήγημα, 1944)
Άνεμοι (συλλογή, 1944)
Ώρα Πολέμου (συλλογή, 1946)
Οι νικημένοι (συλλογή, 1954)
Αρχιπέλαγος (συλλογή, 1969)


Ταξιδιωτικά και αφηγήσεις
Φθινόπωρο στην Ιταλία (ταξιδιωτικό, 1950)
Αμερικανική Γη (ταξιδιωτικό, 1955)
Αργοναύτες (χρονικά και ταξίδια, 1962)
Εφταλού (αφηγήσεις, 1972)
Περιηγήσεις (ταξιδιωτικό, 1973)
Στις ελληνικές θάλασσες (αφηγήσεις, 1973)
Μικρασία Χαίρε (αφηγήσεις, 1974)


Με τη διάσημη μεσόφωνο Ελένη Νικολαΐδη, σύζυγο του αδερφού του Θάνου.http://www.naftemporiki.gr/


Ραδιόφωνο

Πλοία και Θάλασσες (συγγραφή & αφήγηση, 1969)
Έλληνες και Ξένοι Περιηγητές (συγγραφή & αφήγηση, 1970)

Θέατρο

Μπλοκ C (θεατρικό, 1963)

Άλλα έργα

Έξοδος (χρονικό της κατοχής, 1950)
Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός (ιστορικό, 1952)
Χρονικόν της Τραπέζης της Ελλάδος (ιστορικό, 1955)
Εμμανουήλ Τσουδερός (ιστορικό, 1966)
http://el.wikipedia.org/

Από αριστερά: Θράσος Καστανάκης, Στρατής Μυριβήλης, Αγγελος Τερζάκης, Ηλίας Βενέζης





                        Το Νούμερο 31328


Ο Ηλίας Βενέζης, στον πρόλογο της Β’ έκδοσης, το καλοκαίρι του 1945 γράφει:
 
Το βιβλίο τούτο είναι γραμμένο με αίμα. Ένας κριτικός του σημείωνε κάποτε για το ύφος του: «Έχει κάτι από τη φονική λαμπρότητα των πολεμικών όπλων, τη φονική λαμπρότητα του αδυσώπητου φωτός». Αλλά εγώ δε μιλώ για το ύφος. Λέω για την καυτή ύλη, για τη σάρκα που στάζει το αίμα της και πλημμυρίζει τις σελίδες του. Για την ανθρώπινη καρδιά που σπαράζει, όχι για την ψυχή. Εδώ μέσα δεν υπάρχει ψυχή, δεν υπάρχει περιθώριο για ταξίδι σε χώρους της μεταφυσικής. Όταν καίγεται έτσι που καίγεται εδώ, με πυρωμένο σίδερο η σάρκα, παντοδύναμη θεότητα υψώνεται αυτή, κι όλα τα άλλα σωπαίνουν. Έχουν να λένε πως κανένας πόνος δεν μπορεί να είναι ισοδύναμος με τον ηθικό πόνο. Αυτά τα λένε οι σοφοί και τα βιβλία. Όμως, αν βγεις στα τρίστρατα και ρωτήσεις τους μάρτυρες, αυτούς που τα κορμιά τους βασανίστηκαν ενώ πάνω τους σαλάγιζε ο θάνατος – και είναι τόσο εύκολο να τους βρεις, η εποχή μας φρόντισε και γέμισε τον κόσμο – αν τους ρωτήσεις, θα μάθεις πως τίποτα, τίποτα δεν υπάρχει πιο βαθύ και πιο ιερό από ένα σώμα που βασανίζεται.
Το βιβλίο τούτο είναι ένα αφιέρωμα σε αυτόν τον πόνο.

[...] Με είχε πολύ βασανίσει όταν το έγραφα, με είχε αναστατώσει το επίμονο στριφογύρισμα στην πυκνή και φοβερή ύλη της πικρής αυτής ζωής που έπρεπε να πάρει έκφραση. Είχα τότε περάσει πολλές νύχτες που, κυνηγημένος από τους εφιάλτες και τις αναμνήσεις, δεν μπορούσα να βρω καταφύγιο μήτε στον ύπνο. Γι’  αυτό, όταν βγήκε πια σε βιβλίο «το νούμερο 31328», δεν τολμούσα, δεν ήθελα να το ξαναδώ – τελοσπάντων η ζωή όταν είσαι γερός και είσαι νέος, έχει τόση δύναμη, σου το επιβάλλει να θέλεις να ξεχνάς.
 

[...] Έτσι το βιβλίο τούτο –χρονικό μιας βασανισμένης στιγμής της Ελλάδας από τις τόσες – απαγορευμένο χρόνια τώρα από τις λογοκρισίες, έχει το θλιβερό προνόμιο, όπως βγήκε για πρώτη φορά σε μια ώρα παγκόσμιου πένθους, να ξαναβγαίνει τώρα στο τέλος ενός άλλου πολέμου, όταν πάλι το πένθος σκεπάζει τις ρημαγμένες εστίες και τους τάφους των παιδιών, των γυναικών, των γερόντων και της νιότης του κόσμου. Και όπως τότε, πριν από εικοσιένα χρόνια, το «Νούμερο 31328» ήταν η διαμαρτυρία ενός παιδιού εναντίον του πολέμου, μένει πάλι, τώρα, η διαμαρτυρία ενός ανθρώπου».http://users.sch.gr/
 ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ 
 Έτσι με τον καιρό, χωρίς να το καταλαβαίνουμε, τυφλά αρχίσαμε, οι μαφαζάδες κι εμείς, να ερχόμαστε σιμά. Να πλησιάζουμε. Τα βράδια έρχουνται πιο ταχτικά και κάνουν παρέα μαζί μας. Λέμε μαζί τα βάσανά μας. Και στην κουβέντα δε μας λεν πια «γεσήρ». Με τη βαριά ανατολίτικη φωνή τους το προφέρνουν γεμάτο θερμότητα και καλοσύνη:
- Αρκαντάς (σύντροφε).
Στις δουλειές που πάμε μήτε χτυπούν πια μήτε βλαστημούν. Σαν δεν είναι μπροστά κανένας ρωμιός τσαούς κάνουν πως δεν βλέπουν και μα α­φήνουν να καθόμαστε. Τουτουνούς τους τσαούς τους τρέμουν, γιατί τους σπιγουνεύουν άναντρα στους αξιωματικούς.
Το μεσημέρι, στο «παϊντός», ξαπλώνουμε μαζί κάτω απ' τον αψύ ήλιο και τρώμε το ψωμί μας. Μιλούμε φιλικά, κι έτσι πολλές φορές περνά η προσδιορισμένη ώρα για ανάπαυση. Τότες αυτοί, φοβισμένοι, μας σηκώνουν ήμερα ήμερα, σα να μας παρακαλούν:
- Άιντε, συντρόφοι, σηκωθήτε.
Σηκωνόμαστε με βαριά καρδιά να ξαναπιάσουμε δουλειά. Κι αυτοί, σα να φοβούνται μη βαρυγκομούμε μαζί τους, μας χτυπούν στον ώμο φιλικά:
- Τι να κάμουμε, αρκαντάς; Ο θεός να μας λυπηθεί, κι εσάς κι εμάς. Να μας λυπηθεί. «Κι εσάς κι εμάς». Το λεν πια σχεδόν μόνιμα. Άρχισαν να μη μπορούν να ξεχωρίζουν τις δυο μοίρες, τη δική τους και τη δικήμας. Τρέμουν τους αξιωματικούς τους και τους τσαουσάδες τους δικούςμας. Αυτούς τους ίδιους μισού με κι εμείς. Ικετεύουν για το «μεμλεκέτ», έ­να καλύβι κάπου. Κι εμείς.
Λοιπόν;
  
Όλοι τους είναι φουκαράδες. Μα πολύ. Δεν τους δίνουν τίποτα για χαρτζιλίκι. Φαίνεται τους κλέβουν οι αξιωματικοί. Υποφέρνουν απ' όλες τις στερήσεις, ακόμα κι απ' τον καπνό. Εμείς μαζεύουμε αποτσίγαρα λεύτερα – αυτοί, όσο να 'ναι, διστάζουν. Δε θέλουν να ταπεινωθούν τόσο. Μα, άμα δεν τους βλέπουμε...
Οι δικοί μας, όσοι δουλεύοντας στους χωριάτες οικονομούμε τίποτε πεντάγροσα, τα κάνουν πάντα καπνό. Μας κερνούν. Ο μαφαζάς βλέπει. Το φιτίλι περνά και σ' αυτόν. Τυλίγει το τσιγάρο, δίνει πίσω το φιτίλι. Το κεφάλι χαμηλά. Το τσακμάκι. Ανάβει. Τότες μονάχα, μαζί με την πρώτη ρουφηξιά, τα μάτια σηκώνουνται. Δε λέει τίποτα.
Α, είναι μεγάλο πράμα δυο μάτια που ακινητούν έτσι...
  
Ώρες ώρες αποτραβιούνται μονάχοι τους σε μια γωνιά. Κοιτάζουν στο βάθος κι αρχίζουν τραγούδια της πατρίδας τους. Τους έχουν μάθει ένα πολεμικό θούριο: «Ανγκαρανίν τασινά μπακ...» Οι γεροί, ρωμαλέοι τόνοι αδυνατίζουν στα χείλια τους, μερώνουν. Κι έτσι που τους τραγουδούν παίρνουν κάτι σαν από μοιρολόι:

Κοίτα κατά το βράχο της Άγκυρας,
κοίτα τα δακρυσμένα μάτια μας...http://users.sch.gr/

Η κόρη του Ηλία Βενέζη, Άννα Βενέζη Κοσμετάτου, μιλάει στο ντοκιμαντέρ «Γράμματα χωρίς παραλήπτη» της ιστορικού δρος Ειρήνης Σαρίογλου Σκοτ για τον πατέρα της: Το νούμερο 31328 πάνω στη σιδερένια πλάκα που φορούσε στο χέρι του, και που του έσωσε τη ζωή, γιατί δήλωνε ότι ήταν κάποιος, ανθρώπινο ον, στα Τάγματα Εργασίας, βαθιά στην Ανατολή της κακουχίας, ο πατέρας μου δεν το αποχωρίστηκε ποτέ. Το ‘χε πάνω στο γραφείο του, το ‘παιρνε μαζί του όταν πήγαινε ταξίδι.
από άρθρο στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (27/10/2007) της  Ελένης Μπίστικα

 Αιολική Γη 


Το μυθιστόρημα ανασυνθέτει την ευτυχισμένη ζωή των Ελλήνων στη Μικρασία πριν την μικρασιατική καταστροφή. Το πλήθος των φανταστικών προσώπων, των εμψυχισμένων φυσικών στοιχείων, των παιδιών και των μεγάλων που συνθέτουν τον κόσμο της Αιολικής γης είναι δοσμένα από το ώριμο ύφος του συγγραφέα με μορφή παραμυθένια, με πληρότητα μαγική. Η Αιολική γη είναι το βιβλίο του χαμένου παραδείσου των παιδικών χρόνων στα παράλια της Μικρασίας και του δραματικού ξεριζώματος από τη γενέθλια γη.
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ
Κιμιντένια
ΟΤΑΝ παραμέρισαν τα κύματα του Αιγαίου κι άρχισαν ν' αναδύονται απ' το βυθό τα βουνά της Λέσβου υγρά, στιλπνά και γαλήνια, τα κύματα είδαν ξαφνιασμένα το νησί, το νέο τους φίλο. Ήταν συνηθισμένα να ταξιδεύουν απ' τα μέρη του Κρητικού πελάγου και να σβήνουν στις ακρογιαλιές της Ανατολής, και ό,τι ξέρανε από στεριά ήταν σκληρά βουνά, κοφτοί θεόρατοι βράχοι, γη από κίτρινη πέτρα. Τούτο δω, με το νέο νησί, ήταν κάτι άλλο - ω, πόσο διαφορετικό! Γι' αυτό είπαν τα κύματα:
«Ας πάμε το μήνυμα στην πιο κοντινή γη, στη γη της Αιολίδας. Ας της πούμε για το νησί, τη νέα γη που έδεσε το φως με τη γαλήνη, για τη γραμμή και την κίνηση του που είναι τόσο ήμερη σα να έχει μέσα της τη σιωπή, ας της πούμε για το θαύμα του Αιγαίου!»
Ήρθαν τα κύματα και φέραν το μήνυμα του πελάγου στην αιολική ακτή. Ήρθαν και άλλα κύματα, κι άλλα - όλα τα κύματα. Όλα λέγαν για το παιχνίδι της γραμμής του νησιού, για το παιχνίδι της αρμονίας και της σιωπής.
Τ' άκουσαν την πρώτη μέρα τα σκληρά βουνά της Ανατολής και μείνανε αδιάφορα. Τ' άκουσαν και την άλλη, και πάλι δεν ταράχτηκαν. Όμως όταν το κακό παράγινε και κάθε στιγμή άλλο δεν ακούγανε παρά τη βουή του πελάγου να τους λέει για το θαύμα, τα βουνά παράτησαν την αταραξία τους και, περίεργα, σκύψανε πάνω απ' τα κύματα να δουν το νησί του Αιγαίου. Ζηλέψανε την αρμονία του και είπαν:
«Ας κάμουμε κ' εμείς έναν τόπο γαλήνης στη γη της Αιολίδας, που να 'ναι σαν το νησί!»
Παραμερίσανε τότε τα βουνά, τραβήχτηκαν στο βάθος, κι ο τόπος που άφησαν έγινε ο τόπος της Γαλήνης.
Τα βουνά κείνα της Ανατολής τα λένε Κιμιντένια.

ΟΙ ΠΡΟΓΟΝΟΙ ΜΟΥ δουλέψανε σκληρά τη γη που είναι κάτω απ' τα Κιμιντένια. Όταν εγώ γεννήθηκα, ένα μεγάλο μέρος της περιοχής το όριζε η φαμίλια μας. Το χειμώνα μέναμε στην πόλη, αλλά μόλις τα χιόνια φεύγανε απ' τα Κιμιντένια κ' η γη πρασίνιζε μας έπαιρνε η μητέρα μας, όλα τ' αδέρφια μου, την Ανθίππη, την Αγάπη, την Άρτεμη, τη Λένα, εμένα, και πηγαίναμε να ζήσουμε τους μήνες του καλοκαιριού στο κτήμα, κοντά στον παππού και στη γιαγιά μας.
Η θάλασσα ήταν μακριά από κει, κι αυτό στην αρχή ήταν μεγάλη λύπη για μένα επειδή γεννήθηκα κοντά της. Στην ησυχία της γης θυμόμουν τα κύματα, τα κοχύλια και τις μέδουσες, τη μυρουδιά του σάπιου φυκιού και τα πανιά που ταξίδευαν. Δεν ήξερα να τα πω αυτά, επειδή ήμουνα πολύ μικρός. Αλλά μια μέρα η μητέρα μου βρήκε το αγόρι της πεσμένο μπρούμυτα καταγής, σα να φιλούσε το χώμα. Το αγόρι δε σάλευε, κι όταν η μητέρα πλησίασε τρομαγμένη και το σήκωσε είδε το πρόσωπο του πλημμυρισμένο στα δάκρυα. Το ρώτησε ξαφνιασμένη τι έχει, κ' εκείνο δεν ήξερε ν' αποκριθεί και δεν είπε τίποτα. Όμως μια μητέρα είναι το πιο βαθύ πλάσμα του κόσμου, κ' η δική μου, που κατάλαβε, με πήρε από τότε πολλές φορές και πήγαμε ψηλά στα Κιμιντένια, απ' όπου μπορούσα να βλέπω τη θάλασσα. Κ' ενώ εγώ αφαιριόμουνα στη μακρινή μαγεία του νερού, εκείνη δε μου μιλούσε, για να αισθάνομαι πως είμαστε μονάχοι, η θάλασσα κ' εγώ. Περνούσε πολλή ώρα έτσι, τα μάτια μου κουράζονταν να κοιτάνε και γέρναν, έγερνα κ' εγώ στη γη. Τότε τα δέντρα που με τριγύριζαν γίνονταν καράβια με ψηλά κατάρτια, τα φύλλα που θροούσαν γίνονταν πανιά, ο άνεμος ανατάραζε το χώμα, το σήκωνε σε ψηλά κύματα, τα μικρά τριζόνια και τα πουλιά ήταν χρυσόψαρα και πλέανε, κ' εγώ ταξίδευα μαζί τους.http://ebooks.edu.gr/

ΓΑΛΗΝΗ 

Το μυθιστόρημα αποτελεί το χρονικό της εγκατάστασης των προσφύγων στην περιοχή της Αναβύσσου. Τα γεγονότα είναι σχεδόν όλα αληθινά. Τα πρόσωπα έχουν τις ιδιότητες υπαρκτών ανθρώπων. Για λόγους οικονομίας της αφήγησης και του μύθου, τα πραγματικά γεγονότα και οι χαρακτήρες κεντήθηκαν μαστορικά από το συγγραφέα πάνω στον καμβά του μυθιστορήματος.
Τα πάθη της προσφυγιάς μέσα από τις ιστορίες δύο οικογενειών.
Το έργο αφηγείται τις περιπέτειες των οικογενειών του γιατρού Δημήτρη Βένη, και του απλού αγρότη Φώτη Γλάρου, προσφύγων από την Παλαιά Φώκαια της Μικράς Ασίας, που εγκαταστάθηκαν μαζί με άλλους Φωκιανούς το Φθινόπωρο του 1924 στην παραλία της Αναβύσσου.
Οι φωκιανοί έρχονται στη γη της Αναβύσσου. Οι βοσκοί που έχουν τα χειμαδιά τους στην περιοχή τους απειλούν για να τους διώξουν. Οι αρχαιοκάπηλοι που δρουν στην περιοχή τους βλέπουν με μισό μάτι. Οι πρόσφυγες αρχίζουν να ξεχερσώνουν τον τόπο. Ο Φώτης Γλάρος, σκάβοντας στο χωράφι του, βρίσκει ένα άγαλμα κούρου. Οι αρχαιοκάπηλοι του το κλέβουν. Το νερό της μεγάλης πλημμύρας παίρνει την γυναίκα του. Αυτός όμως δεν το βάζει κάτω, ξαναπαντρεύεται μια γυναίκα από το πάνω χωριό, όπου έχουν εγκατασταθεί κυρίως πρόσφυγες από την Καππαδοκία, φτιάχνει μια βάρκα, κλέβει αλάτι από τις αλυκές που λειτουργούν στην Ανάβυσσο, και αρχίζει εμπόριο με την Αίγινα.
Ο γιατρός Δημήτρης Βένης δεν θέλει να παραδοθεί στην σκληρή μοίρα του ξεριζωμού και της προσφυγιάς, φυτεύει τριανταφυλλιές, φροντίζει και συμβουλεύει τους πρόσφυγες. Πιστεύει βαθιά μέσα του, ότι μόνο κυνηγώντας χίμαιρες, μπορεί ο άνθρωπος να ξεφύγει από την σκληρή πραγματικότητα που τον πνίγει.
Η γυναίκα του Ειρήνη αρνείται να δεχθεί την μοίρα της, κλείνεται στον εαυτό της και βασανίζει τον γιατρό, βγάζοντας επάνω του όλη την κακία που σώρευσαν μέσα της οι κακοτυχίες της οικογένειας της και της πατρίδας της.
Ο γιατρός, φυτεύει τριαντάφυλλα στο άγονο χώμα της Αναβύσσου. Η Ειρήνη τα ξεριζώνει. Η πάλη των δύο αυτών ανθρώπων, η πάλη της χίμαιρας με την σκληρή πραγματικότητα είναι το θέμα του βιβλίου. Τα άλλα, οι πλημμύρα, η αρχαιοκαπηλία, ακόμα και η δολοφονία της μονάκριβης κόρης τους, είναι μόνο το σκηνικό του δράματος. Πρωταγωνιστής είναι ο αγώνας και η αγωνία του γιατρού, του έλληνα, του ανθρώπου, να φτάσει στην Γαλήνη κυνηγώντας χίμαιρες.http://users.otenet.gr/

ΒΙΝΤΕΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΗ ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ 



ΩΚΕΑΝΟΣ 

Ο Βενέζης θέλοντας να ζήσει από κοντά τη ζωή των ναυτικών μας μέσα στα ποντοπόρα φορτηγά πλοία, μπαρκάρισε με το λίμπερτυ Κάπταιν Παπάζογλου το 1955, σ' ένα ταξίδι που τον πήγε από το Λιβόρνο της Ιταλίας στην Αφρική, και από εκεί στη Βαλτιμόρη των Η.Π.Α. Ο Ωκεανός αφηγείται αυτό το ταξίδι, περιγράφει τους τόπους και τη θάλασσα, τη μοναξιά του ανθρώπου μέσα στον ωκεανό, τη δίψα της πατρίδας και της γυναίκας, τα πάθη και τα ένστικτα.https://www.ianos.gr





ΜΠΛΟΚ C
ΔΡΑΜΑ ΣΕ ΤΡΕΙΣ ΠΡΑΞΕΙΣ ΚΑΙ ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΕΙΚΟΝΕΣ

Όλοι έχουμε μάθει πως στις κορυφαίες ώρες του κινδύνου, όταν η ζωή παίζει με το θάνατο, το ένστικτο για την αυτοσυντήρηση είναι η πιο αυτοματική λειτουργία του ανθρώπου. Αλλού η δύναμή του τα παρασέρνει όλα για να μείνει αυτή μόνη κυρίαρχη, αλλού χτυπιέται πάνω σε ότι λέμε κόσμο ηθικό, αντιμετριέται μαζί του, και τότε το πανίσχυρο ένστικτο υποχωρεί, λουφάζει το ζώο, για να μείνει λάμποντας στο χώρο της αρετής ο Άνθρωπος.
Όμως ανάμεσα σ' αυτές τις δυο ακραίες καταστάσεις υπάρχει μια σχεδόν ανεξάντλητη ποικιλία τόνου, ανάλογα με το βαθμό που το κάθε άτομο πέφτει ή εξυψώνεται. 
Αυτή η ποικιλία των διαβαθμίσεων εξηγεί γιατί, περισσότερο από κάθε άλλη στιγμή του βίου, οι άνθρωποι στην ώρα του κινδύνου είναι πιο μόνοι, επειδή περισσότερο από κάθε άλλη ώρα αισθάνονται τον πλαϊνό τους να είναι ένας κόσμος ξένος, άγνωστος και σκοτεινός.
Αυτό εξηγεί γιατί την ώρα του κίνδυνου ο πίνακας που παρουσιάζουν οι άνθρωποι είναι η πιο θαυμαστή και αναντικατάστατη σύνθεση ζωής. (Από την έκδοση)http://www.politeianet.gr/

ΑΙΓΑΙΟ 

Το «Αιγαίο», σειρά διηγημάτων που ο Ηλίας Βενέζης έγραψε το 1941, διασχίζεται από τα στοιχεία των παραμυθιών: γλάροι, περιστέρια, ψάρια, νεαρά αγόρια και κορίτσια που προέρχονται αλλά και επιστρέφουν στη θάλασσα, είναι οι ήρωες των 14 αυτών διηγημάτων. Το «Αιγαίο» φέρει όλα τα χαρακτηριστικά του συγγραφέα της «Αιολικής Γης», και της «Γαλήνης»: Θερμή κι αθόρυβη αγάπη για τον άνθρωπο, φιλοσοφημένη διάθεση, χαμηλότονη γοητεία γραφής και, βέβαια, αυτή την έντονη νοσταλγία επιστροφής προς την πατρίδα που χαρακτηρίζει το σύνολο του έργου του. 
Ο Ηλίας Βενέζης, «ο συναισθηματικότερος από τους πεζογράφους μας» κατά τον Ι. Μ. Παναγιωτόπουλο, γεννήθηκε στο Αϊβαλί της Μικράς Ασίας το 1904 και πέθανε στην Αθήνα το 1973. Ήρθε στην Ελλάδα με τη Μικρασιατική Καταστροφή. Θεωρείται από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της γενιάς του '30 στο χώρο της πεζογραφίας. (ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΣΤΟ ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ)http://www.politeianet.gr/


ΜΙΚΡΑΣΙΑ, ΧΑΙΡΕ

Το βιβλίο του Ηλία Βενέζη «Μικρασία, χαίρε» βρέθηκε μετά το θάνατό του μέσα σε φάκελο, με την ένδειξη «για το τυπογραφείο», και εκδόθηκε έναν χρόνο αργότερα, το 1974. Γράφει ο Ηλίας Βενέζης: «Τα κείμενα αυτού του βιβλίου πρωτοδημοσιευθήκανε στην εφημερίδα "Το Βήμα" στα 1972, στα 50 χρόνια της μικρασιατικής καταστροφής. Στα εφηβικά μου χρόνια η μοίρα μου ήταν να βρεθώ μες στην πύρινη ζώνη της καταστροφής εκείνης. Η ζωή μου συνδέθηκε με αυτά τα συμβάντα που σφράγισαν και τη μοίρα μου ως συγγραφέα: τα βασικά βιβλία μου έγιναν χρονικό και αφιέρωμα στο δράμα της Μικρασίας. Μισόν αιώνα από τότε, στο σύνορο της σιωπής, νόμισα χρέος μου να αναφερθώ και πάλι στην εποχή εκείνη, να αφηγηθώ ό,τι έζησα και ό,τι είναι ιστορία, να αναζητήσω άγνωστες ή λησμονημένες πράξεις. Η πρόθεσή μου ήταν να καταθέσω τη μαρτυρία μου για τα παιδιά μας. Για τα οποία αυτή η εποχή είναι πια μυθική...».
(ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΣΤΟ ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ)
http://www.politeianet.gr/


ΕΞΟΔΟΣ - ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ 

Στο χρονικό αυτό της Κατοχής, ο Βενέζης ακολουθεί ένα κοπάδι κυνηγημένων Ελλήνων που ξεκινά από τη Μακεδονία και τη Θράκη και κατεβαίνει, διασχίζοντας τον κορμό της χώρας, να βρει καταφύγιο στην Αθήνα. Στις φοβερές εικόνες εκείνης της Εξόδου συμπλέκεται αδιάκοπα το παρελθόν με το παρόν, καθώς η πορεία ακολουθεί δρόμους συνδεδεμένους με τους ελληνικούς μύθους, με την αρχαία τραγωδία, με την ποίηση και με τη δόξα. (ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΣΤΟ ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ)
http://www.politeianet.gr/










ΕΝΑ ΠΟΛΥ ΚΑΛΟ ΒΙΝΤΕΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΗΛΙΑ ΒΕΝΕΖΗ 



ΠΗΓΕΣ 
http://www.ekebi.gr/
http://el.wikipedia.org/
http://users.sch.gr/
http://ebooks.edu.gr/
http://users.otenet.gr/
https://www.ianos.gr
http://www.politeianet.gr/
https://logomnimon.wordpress.com/

 





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου