Τρίτη, 10 Μαρτίου 2015

ΜΑΡΙΑ ΑΥΓΕΡΙΝΟΥ -ΤΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΤΗΣ ΕΡΓΟ


Η Μαρία Αυγερινού, γεννήθηκε στην Αθήνα. Στάση ζωής από τα νεανικά της χρόνια η ποίηση. Ποιήματα της έχουν δημοσιευτεί στον τοπικό τύπο, σε λογοτεχνικά περιοδικά και εφημερίδες. Στα γράμματα εμφανίζεται το 2014 με τη συλλογή «ΔιφορούΜενες Αλήθειες», εκδόσεις Εντύποις. Υπό έκδοση η νουβέλα «Αιωνιότητα» ,  το Πεζοποίημα
"ΝΟΕΜΒΡΗΣ ΗΤΑΝ" και η δεύτερη ποιητική συλλογή «Ανερμάτιστοι ΔρόΜοι». Είναι μέλος του Ομίλου για την Ουνέσκο Τεχνών, Λόγου & Επιστημών και του Μορφωτικού Ομίλου Πετρούπολης.

ΔιφορούΜενες Αλήθειες...


 Το πρώτο βιβλίο της Μαρίας Αυγερινού που κυκλοφόρησε φέτος από τις εκδόσεις Εν τύποις και αποδεικνύει ότι δεν είναι τυχαίο που έχει άμεση αποδοχή από τους αναγνώστες και ανατυπώνεται σε δεύτερη έκδοση. Αυτή η επιτυχία καταξιώνεται μέσα από τον ευθύ λόγο που εκφράζεται με αγωνία στην συνειδητή ή ασυνείδητη αμφισβήτηση του κατεστημένου, υπερβαίνοντας τα όρια του ατομικού έσω κόσμου της ποιήτριας. Σε κάθε ποίημα δημιουργεί ολοκληρωμένες φόρμες με ρυθμό και αρμονική τελειότητα πνευματική να οξύνουν την κρίση σε κάθε ανάγνωση τους. παλεύει με την αλήθεια των λέξεων και των νοημάτων γιατί όπως κανείς μας έτσι και η ποιήτρια δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι κατέχει την αλήθεια γιατί η αλήθεια είναι πολλαπλή και είναι ορατό αυτό σε κάθε ποίημα η γόνιμη διαφορετικότητα στο ίδιο θέμα, που μπορεί να είναι ο έρωτας, ο πόνος, η έλλειψη, ο θάνατος. Στοιχεία που δείχνουν το αμέριστο ενδιαφέρον της για τη ζωή και τις σαφήνειες της. Ασκείται ο λόγος στην πειθώ της άμεσης λεκτικής απόδοσης, λυτρωμένος από το δογματισμό της γλαφυρότητας, όχι όμως της λυρικής διάθεσης που δίνει τον συναισθηματικό παλμό της ποιήτριας. Έναν παλμό γεμάτο πνευματικά οφέλη. Ο Σεφέρης είχε πει πως η ποίηση έχει σκοπό να ευαισθητοποιεί το κοινό, να γίνεται δέκτης ευαισθησίας μιας εποχής. Αυτή την εποχή στιγματίζει η γραφή στα περισσότερα ποιήματα είτε αυτή η στηλίτευση αφορά τα πάθη, τον έρωτα, την ηθική, το θάνατο. 
Απόσπασμα από το ποίημα, «Το παράθυρο του Τρελού»
Προοπτική δεν υπάρχει/ούτε ύπαρξη/ένα παράθυρο μόνο κι ένας τρελός/που κρύβεται να σωθεί/απ’ τον κόσμο, τις σκέψεις/την απελπισία μιας ελπίδας/ενισχύοντας την τρέλα/κομματιάζοντας τον αέρα/καταπίνοντας σύννεφα
Η ΜΑ μέσα από τον ποιητικό της λόγο κρατάει μια στάση ζωής ως αντιστάθμισμα στον υλιστικό πολιτισμό. Με λόγο συνειδητό από τα συμβάντα της ζωής κερδίζει τους αναγνώστες της από την ενσύνειδη πρόθεση της να ηθικοποιεί προβάλλοντας τις ανθρώπινες αξίες. Κι αυτό ακριβώς το στοιχείο ενυπάρχει στα ποιήματα της, να προβάλει το βαθύτερο είναι της ανθρώπινης ψυχής.. Αναπτύσσει το αίσθημα του ωραίου προκαλώντας βαθιά συγκίνηση και αισθητική απόλαυση. Η ποίηση της συνοδεύει τις θλιβερές και ευχάριστες στιγμές της ζωής. Με λόγο σαφή που αίρει τη μονοτονία και την πεζότητα της εποχής. Γεμάτη γνώση, βιοματικά στοιχεία από γεγονότα της ζωής, φαντασία και δύναμη πνευματικής σύλληψης και με τη πρωτότυπα προσωπική εκφορά λόγου, ρυθμού και απόδοσης με πλούσια, γνήσια και βαθιά ευαισθησία της αποδίδει μια δυναμική σε κάθε της ποίημα που εξυψώνει την τέχνη που υπηρετεί, αποκτώντας το ρόλο θεματοφύλακα με μοναδικό χρέος να υποστηρίξει και προστατέψει το μαγικό αποτέλεσμα που προσφέρει ο ποιητικός της λόγος.Δ. Βαρβαρήγος


"ΔΥΤΙΚΑ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ" ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΑΘΗΝΩΝ 
ΤΕΥΧΟΣ 8 ΤΗΣ Κ.ΣΟΦΙΑΣ ΔΙΓΕΝΗ ΚΟΛΙΟΤΑΣΗ


ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ 
i) Το Παράθυρο του Τρελού 
( ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ "ΔΥΤΙΚΑ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ" 
ΤΕΥΧΟΣ 8 ΤΗΣ Κ.ΣΟΦΙΑΣ ΔΙΓΕΝΗ ΚΟΛΙΟΤΑΣΗ )











Προοπτική δεν υπάρχει
ούτε ύπαρξη
ένα παράθυρο μόνο κι ένας τρελός
που κρύβεται να σωθεί
απ’ τον κόσμο, τις σκέψεις
την απελπισία μιας ελπίδας
ενισχύοντας την τρέλα
κομματιάζοντας τον αέρα
καταπίνοντας σύννεφα
στο αδιόρατο παρατείνει και απειλεί
υποφέρει στην αυτοσυντήρηση
ζητά απαντήσεις στην αοριστία
απλώνει εικόνες στο πατρικό σκαλοπάτι
πέφτει στα γόνατα, μπουσουλά σαν νήπιο
κι όλο περισσότερο πασχίζει να μάθει
γδέρνοντας το πάτωμα
γράφοντας στην απομόνωση
για ότι τον στοίχειωσε για ότι δεν έζησε
γυρεύοντας τον σε άλλη διάσταση
στην αγκαλιά μιας ΑΓΑΠΗΣ
κι ότι μακριά τον κράτησε: ένα βιβλίο, μια πένα, μια απουσία
σκηνές ζωής
καλούπια γυαλιστερά
απορημένες ελλείψεις
που διαπιστώνουν καχύποπτα
καθηλωμένα, άψυχα
την αλήθεια μιας βιογραφίας.
Ίσκιος κρεμασμένος
πληγές που στάζουν στον τοίχο
όπως πάντα
όπως τότε.
Νυχοπατώντας αμετακίνητος
αγανακτά σε διαλόγους
σε διαλογισμούς με δεμένα χέρια
τον χρέωσαν κι αυτά
καρφώθηκαν σε κάδρο, μάτωσαν οι στιγμές, ζάρωσαν.
Τι ωφελεί άραγε;
Το σκοτάδι λήθαργος αλαφιασμένος έγινε.
Κοιμήσου ύπαρξη,
αδίκως ξοδεύεσαι
στην χαραμάδα μιας απόφασης θα μείνεις
Έμβρυο του εαυτού σου.
Θ’ αλλάξεις πρόσωπο σαν βγει η νύχτα,
σαν τρίξουν τα σανίδια
κι η αρρώστια ακούσει ρωγμές γηρατειών.
Θ’ ανοίξεις το παράθυρο στον τοίχο
να δραπετεύσει η παράνοια
στην εξαθλίωση μιας βιογραφίας
και θα βρεθείς Μόνος.

ii) Είσαι Εσύ
Πλούτος σιωπής η σιωπή λήθη με πόνους γέννας βήματα νεκρού που κοιμίζει στιγμές σβήνοντας έκπτωτους ίσκιους κάτω απ’ τα βλέφαρα σκεπάζοντας λαθεμένες ώρες απόκρισης. Έτσι τελειώνει η ζωή έτσι αρχίζει αναδίδοντας σημάδια τελεσίδικα καταμεσής του πουθενά κι ύστερα καταφεύγω με διάνοια στον πλούτο της παράνοιας ως σύμβολο αξιώματος γυναίκα ιέρεια να θέτω τη σφραγίδα μου σε έγγραφα ανεκτίμητα πληρεξούσιας τρέλας και λέξεων υπηρετώντας ενδόμυχους Νόμους με αρετή κι Αλήθεια σε μια νοητική ανεπάρκεια λόγου. Κοίταξε με δεν είμαι ζωή χωρίς εσένα είμαι Εσύ κι έτσι θα μείνω έμβρυο κουλουριασμένο στα σπλάχνα. Γέννησε με να δω τον κόσμο κάθε σου χτύπος να γίνω κι ας μη γίνω τίποτα ένα κάτι απ’ το λίγο σου αρκεί ένα τίποτα απ’ το κάτι… Δεν επιδέχομαι.. Αναθεωρώ με σιωπή.
iii) Αυτόχειρες Αγάπες

Αυτόχειρας ύπνος ότι αγάπησα έρωτας θάνατος σαρκώσεις ανάξιες που τάζουν ηθική αισθήσεις συμφοράς και όνειρα παράφωνη αλαζονεία μητέρα όλων των αμαρτιών ανώτερη της ζήσης πνιγμένη, ανολοκλήρωτη σωτηρία ψυχής απόγνωση στο ελάχιστο με στιγμές που δεν ήρθαν κι’ ίσως να μη φανούν. Ψυχορραγούν εξόριστο έργο τέχνης κουρνιάζουν παιδί αδύναμο στα στήθη στροβιλίζοντας το πνεύμα, τη σκέψη, τ’ ανεξήγητο υπερβαίνοντας το απόλυτο πιο απόλυτο δεν υπήρξε μόνο αυτό και τίποτα άλλο λατρεύοντας της ψυχής το έρεβος θυσιάζοντας στ’ απάτητα του κόσμου ότι πιότερο και χωρίς άλλον τρόπο μιαν αγάπη ξεχασμένη σε κλείνει παγωμένη, μουδιασμένη, καρτερική. Μέρες περνούν δοσμένες στο χάος εμπαίζουν αιώνα καταδίκη ντροπιάζουν ανάξια συνείδηση μ’ ένα ψέμα στοιχειό στο τίποτα του τίποτα. Επίσημο ιδανικό σιωπής στα δάχτυλα ο ύπνος νεκρός κοιμώμενος άντρας αυτόχειρας κι αυτός για ότι αγάπησε.
Για τη συλλογή "ΔΙΦΟΡΟΥΜΕΝΕΣ ΑΛΗΘΕΙΕΣ " διαβάστε περισσότερα εδώ 

Ανερματιστοι ΔροΜοι
( Υπό έκδοση   Ποιητική Συλλογή)




i) ΦΑΝΟΣΤΑΤΗΣ
Ανάμεσα στα χέρια του
περνούσε το φώς της νύχτας
φώτιζε την πίστη μου
ζαλίζοντας με ψιθυρίσματα,κραυγές,Δάκρυα 
τον καημό που γίνονταν 
ΜοίρΑ,συμφορά,κατάρα ολάκερης ζωής. 
Ξεχύνονταν τα λόγια του 
"μη χαθείς,θα παλέψω μ'ακούς;" 
κι έβρεχε υποσχέσεις 
στου καντηλιού το λιγοστό περίγραμμα 
μεσάνυχτα και κάτι 
σημαδεύοντας τ'αμάρτημά μου ετούτο. 
Μη φοβάσαι 
ενδύομαι ρόλο νοθευμένης ωριμότητας 
με λέξεις φειδωλής σημασίας 
αποθησαυρίζοντας το χρονοβόρο χάσμα 
την ανέλπιστη απελπισία 
στον ήχο που μασώ θορυβοδώς 
να χορτάσει το αγέλαστό μου στόμα... 

...............


ii) ΑΓΙΟ ΜΟΥ ΣΩΜΑ
Λίγο πριν γεράσω πέθανα
οι νύχτες,ταφόπλακες σιωπής
σςςςςςςςςςς
παραγκωνισμένες οι μνήμες 
κηδεύονταν στη δύση των νεκρών 
άπλετο σκοτάδι 
τα χείλη πληγές 
κι ήταν το σπέρμα της ντροπής Αλήθεια 
που γύρευε γωνιά να σκορπιστεί 
μετρώντας πόρους,ανάσες 
στην καταχνιά να κοιμηθούν οι πόθοι..... 
Άγιο μου Σώμα 
στο κάλεσμα ματώνω αθόρυβα 
πράξεις απώλειας μετουσιώνονται 
ο φόβος υπόσταση ανυπόστατη 
ναρκοληψία ακατανίκητης ανάγκης 
μερικά μόνο λεπτά 
μερικές ακατάλληλες στιγμές 
κάλπαζαν άψυχες στην ανεπάρκεια 
βάραιναν οι ώμοι,οι σκέψεις,το μυαλό μου......
...............




ΝΟΕΜΒΡΗΣ ΗΤΑΝ....Απόσπασμα 
Υπό έκδοση Πεζοποίημα 

Χόρεψέ με Ζάν Πώλ
χόρεψε με το Τάγκο του τρελού,του σοφού,του μεγαλοφυή μπερδεμένου

φώναξέ με Μινέιρο

που σώφρων με καταδίκασαν τα λόγια σου να γίνω

ένδεια και γύμνια προμήνευε η έλλειψη
αγρίμι η ψυχή εκλιπαρούσε το ευνουχισμένο σώμα
σωστά να πράξει στη μαεστρία της φαντασίας μου
κι αθώα να σκοτώσω το ρίγος μου
σκοτώνοντας τα βράδια μου στο ψύχος του ΝΟΕΜΒΡΗ
κλαίγοντας ,παρακαλώντας
χαράματα η ώρα τρείς να πνίξω την ντροπή μου
που κρέμονταν κάτω απ'τα βλέφαρα
που κρύβονταν στο στέρνο....
στο θαμπομένο του χρόνου σπασμό...
κι έκλαψα μονάχη στο φώς τ'αυγερινού για τ'ανεκτίμητο της ζωής που μέγιστη ποινή μου δόθηκε να φυλακίσω τις κραυγές εκείνου του χειμώνα γνωρίζοντας πως ο καθένας ορίζει τη ζωή του κι έχει δίπλα του τον άνθρωπο που του αξίζει... Μα εγώ ασθενικά κουραμένη τρεμόπαιζα με της βροχής τα Δάκρυα να ξεγελάσω τη διαβολεμένη ανάγκη πως κάποτε μαζί θα μεγαλώναμε θα πορευόμασταν τ'αμόλυντο στο σεληνόφως που κρέμονταν κάτω απ'τα βλέφαρα φύλλα λωτού κι ανθέμια λήθη κι απολησμονιά κι Εσύ που με λησμόνησες...

ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ
Νουβέλα υπό έκδοση 

"Από τότε δεν πρόφτασα ποτέ τη χαρά μου.Η μοίρα μου έγινε στοιχειό,τα μάτια μου ακατοίκητες μνήμες.Ο κόσμος μου κρύφτηκε μ'εκείνη τη φυγή,τα χέρια μου θύμιζαν διαθήκη χειρόγραφη.....
"Μάνα που είσαι;" φώναζα κι έτρεμα απ'το φόβο.Ένιωθα την απουσία της να υψώνεται στο σπίτι κι ο πυρετός μ'εκανε να παραμιλάω...

Μαχαίρωνα την ορφάνια μου,έπνιγα την έλλειψη της κι όμως δεν διασταυρώθηκαν ποτέ οι ψυχές μας κι οι ώρες έμεναν σε ακινησία,όπως εγώ έμενα μ'ένα βουβό λυγμό μήπως φανεί...


"Γιατί δεν ήρθες μάνα,σε περίμενα στα παραμύθια μου,μια λέξη να πείς,να δικαιολογήσεις την απουσία σου,να καταλάβω τη σιωπή σου.Μόνο ο πυρετός νανουρίζει τον πόνο μου κι εκείνη η ξύλινη πόρτα που τρίζει ακόμα...Δως της μια να κλείσει και μείνε λίγο πλάι μου,μη νομίζεις πως θα ξυπνήσει η φυλακή μου,δεν κοιμάται,είναι δυνατό το φώς της.Το αφήνεις αναμμένο εσύ,να ξεγελάς τα καρφωμένα μου μάτια στους τοίχους....."

"Ακούω τα βήματα σου μάνα..." Συνήθισα να σε χρειάζομαι,όπως συνήθισες ν'απουσιάζεις....
Σ'εκείνη τη μικρή χαραμάδα της φυγής μου,άφησα την παιδική ασπιρίνη που δεν ήπια,επίτηδες ,μήπως το έβλεπες μα ούτε αυτό υπήρξε δυνατό να καταλάβεις πόσο αλήθεια είχα ανάγκη τη στοργή σου.
Το στρώμα μούσκεψε απ'τον ιδρώτα μάνα...Πάλι πρέπει να φύγω...."
Απόσπασμα από  την Αιωνιότητα.
"Ακόμα και τα δάκρυα μου γελούν χλωμά και κουρασμένα ΜΟΝΤΑΝΑΡΙ...Δεν ξέρω τι πρόλαβα μαζί σου μα όσο μακάβριο κι αν φαντάζει το μέλλον,εγώ τον κόσμο θα τον κατακτήσω κι ότι Εσύ απεγνωσμένα ζητάς από αυτόν δίχως να μιλάς,εύχομαι στο άπειρο να το'βρεις......Ο παντογνώστης καιρός που τώρα αφουγκράζεται τα λόγια μου θα βρεί πνοή στην παρήγορη τούτη εξομολόγηση..."

Γύρισε το βλέμμα του,κοίταξε μέσα μου,μέσα σ'εκείνη τη σπαρακρική κραυγή που βασάνιζε το είναι μου και είπε μόνο δυό λέξεις:

<<ΟΤΑΝ ΛΕΣ Τ'ΟΝΟΜΑ  ΜΟΥ ΜΑΡΙΑ ΜΙΝΕΙΡΟ ΑΝΤΙΛΑΜΒΆΝΟΜΑΙ ΠΟΙΟΣ ΕΙΜΑΙ>> ....κι η ζωή μου τελείωσε μέσα στις Δικές του λέξεις....Απόσπασμα από την  Αιωνιότητα.

"Σκέπασε με μ'εκείνο τον όρκο που σου είχα εκμηστηρευτεί...Δώσε μου κουράγιο να γραφτεί αυτή η ιστορία είναι πολύτιμη θα καταλάβεις...Μην τους αφήσεις να μου πάρουν τ'όνειρο,μη σταματάς να γράφεις. Ο χρόνος θα με δικαιώσει...Είναι νωρίς ίσως και αργά...Δώσε μου το χέρι σου και θα σου δώσω την ευχή μου...
Φοβάμαι αδελφούλα ....Αδιέξοδη αδράνεια τούτος ο  φόβος...
Πάρε αίμα από τις φλέβες μου και γράψε ,πέρασε όλα τα μηνύματα αυτής της ιστορίας στον κόσμο να μάθει το παρελθόν μου...να μάθει για την Αγάπη που μόνο κάτι ημερομηνίες αφήνει ως σφραγίδα δωρεάς...." Απόσπασμα από την  Αιωνιότητα.








Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου