Τρίτη, 17 Μαρτίου 2015

ΑΛΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ - ΓΙΩΤΑΚΟΥ " Kαι όμως τον αγάπησε! "

Η φωτογραφία από https://www.flickr.com/

Κοίταξε γύρω της το άπειρο. Κοίταξε τη φύση. Άκουσε το γλυκόλαλο τραγούδι των πουλιών. Το κελάρυσμα του νερού άκουσε. Το φύσημα του απαλού αγέρα ένιωσε. Και εκεί θυμήθηκε!
 Γοργόφτερο πουλί η θύμηση την πέταξε μακριά σε μια άλλη εποχή, σε μια άλλη ζωή που είχε ζήσει τότε. Τότε που όλα στα μάτια της φάνταζαν ωραία και προκλητικά. Όμορφα και αθώα! Τότε που όλα μύριζαν βιολέτες και βασιλικό και δυόσμο κι’ αγριοτριαντάφυλλο.
Τότε που στη ζωή της νέφη δεν υπήρχαν. Μόνο ο ήλιος λαμπερός κι’ ο ουρανός στα θαλασσιά βαμμένος.
 Και θυμήθηκε! Και νοστάλγησε στιγμές που ήρθαν και περάσαν. Στιγμές που μέσα της τα ίχνη τους αφήκαν.
1952 χρονιά που πέρασε στο νου και στο κορμί της! Χρονιά που άφησε ανεξίτηλα τα ίχνη της μεσ’ την ψυχή ζωγραφισμένα.
Είχε τελειώσει ο καταστρεπτικός εμφύλιος πόλεμος. Πίκρα και βάσανα είχε σκορπίσει. Ερείπια ο τόπος και αποκαϊδια. Έρημο το χωριό για χρόνια. Καταδιωκόμενοι έφυγαν όλοι αλλού για αλλού. Και στοιβάχτηκαν στις πόλεις. Και στοιβάχτηκαν στις κωμοπόλεις, όλοι μαζί. Φιλοξενούμενοι και μη. Κι’ έμεναν σε παραπήγματα και σε χαμόσπιτα. Και ζούσαν μια ζωή, δυστυχισμένοι όλοι, που το μόνο που τους έδινε ήταν μια κάποια ασφάλεια από τον όποιον νόμιζε πως ήρθε η ώρα του να ξεβράσει το μίσος του κατά του άλλου.
 Ένας ολόκληρος κόσμος γκρεμιζόταν. Ένας κόσμος που είχε στηθεί με κόπο και θυσίες. Τώρα για το γινάτι μερικών χανόταν! Φοβερό! Αδερφός να κυνηγά τον αδερφό. Γείτονας τον γείτονα! Η ηθική εξαθλίωση στο έπακρον! Αρχές και αξίες χαμένες στο πείσμα που αλλόφρονα χτυπούσε τον καθένα..
Και σαν τελείωσε ο πόλεμος αυτός, τότε στα χωριά τους γύρισαν οι εκπατρισμένοι, οι καταδιωκόμενοι, όπως τους έλεγαν.
1950! Επιστροφή στα χωριά. Μάζεψαν τα πραγματάκια  που είχαν στην πόλη και γύρισαν στο χωριό. Να δουν τι; Μια γη καμένη. Σπίτια ριγμένα. Ρημαγμένα από το πλιάτσικο.
Τα χορτάρια ψηλά σαν το μπόι τους. Και από μέσα να ακούγεται το σύριγμα των φιδιών. Και το σύρσιμο τους να ακούγεται.  Και εσύ να πεθαίνεις. Να πεθαίνεις από το φόβο.  Κάθε βήμα και λαχτάρα. Κάθε βήμα και ο νους σου να τυλίγει στα πόδια σου τα θυμωμένα φίδια. Είχαν χάσει την ησυχία τους κι’ αυτά! Είχαν χάσει το βασίλειό τους.  Και ποιος ξένος τους χάλασε τη γαλήνη τους; Ποιος τόλμησε να τα ταράξει;
 Εχτροί και αυτά. Σ’ αυτούς που ήρθαν στα σπίτια τους. Και οι καταδιωκόμενοι εχτροί και  στον τόπο τους. Από παντού λοιπόν κυνηγημένοι; Γιατί; Ποιος έφτιαξε; Πόσα αναπάντητα ερωτηματικά; Πόσες απορίες άλυτες!
Και σαν μπήκαν στα σπίτια τους τρόμαξαν! Κραυγή απελπισίας έβγαλαν. Στον τόπο του τίποτε δεν βρήκαν. Χαλάσματα μόνον! Και αίματα μόνον. Για να τους θυμίζουν το χάλι που φέρνει ο εμφύλιος πόλεμος.
Ο ταλαιπωρημένος κόσμος ξαναγύριζε στα χωριά του. Είχαν φύγει από κει για να προφυλαχτούν. Και από τους μεν και από τους δε!
 Μα ποιοι ήταν οι μεν και ποιοι ήταν οι δε; Δεν θέλησε να μάθει, κι’ ούτε να καταλάβει θέλησε. Εκείνο που της έμεινε στο νου ήταν το ξεσπίτωμα.
 Διωγμένοι από τα χωριά τους πήγαν σε πόλεις και κωμοπόλεις για να γλυτώσουν.
 Από ποιον; Από τον αδερφό που σκότωνε τον αδερφό. Και από το γείτονα να γλυτώσουν που σκότωνε το γείτονα.
 Άραγε η ιστορία, όταν οι άνθρωποι που έζησαν τις καταστάσεις αυτές φύγουν, τι θα γράψει; Πώς θα δικαιολογήσει όλον αυτόν τον παραλογισμό;
Και εκεί που πήγαν τους είπαν ανταρτόπληκτους. Και καταδιωκόμενους τους είπαν. Από ποιον και γιατί; Αυτό δεν το είπαν!
Και έζησαν σε παραπήγματα και σε μικρά φτωχόσπιτα. Και πείνασαν και δυστύχησαν.
Μακριά το χωριό τους και όλο το βιός τους εκεί. Και σαν τελείωσε το αιματοκύλισμα έγινε ο επαναπατρισμός. Όλοι τώρα στα χωριά τους.
Μα σαν έφτασαν ο πόνος τους τραχύς. Τα σπίτια ριγμένα, καμένα. Τα σπίτια ρημαγμένα, λεηλατημένα!
Και το χορτάρι στο δρόμο ψηλό πιο πολύ κι’ απ’ το μπόι τους. Και το σύριγμα των φιδιών να ακούγεται. Και το σύρσιμο τους να ακούγεται. Και αυτοί το σφίξιμο των φιδιών στα πόδια τους να νιώθουν! Η φρίκη! Η απογοήτευση!
Και τα φίδια δεν τους θέλουν!  Τα ανησύχησαν. Ξένοι στον τόπο τους, ξένοι στα σπίτια τους! Ξένοι παντού και μόνοι.
1952! και ήρθαν τα επείγοντα έργα. Δημόσιες υπηρεσίες και στρατός για να ξαναφτιάξουν το χωριό. Τα γκρεμισμένα σπίτια να σηκώσουν. Τους χαλασμένους δρόμους να ανοίξουν. Και γέμισε το χωριό από μηχανικούς και εργάτες.
Και κει στο σπίτι της δίπλα, στο άλλο σπίτι, ήρθε μια οικογένεια. Μηχανικός ο πατέρας.
Με γυναίκα και δύο αγόρια. Και το ένα ήταν ο ΆΡΗς! Δεκαεφτάχρονος και κείνη δεκαπέντε. Και ο Άρης ήταν σαν θεός.  Ωραίος και ψηλός με μάτια που σπίθιζαν.
Τον είδε και σπαρτάρισε! Μικρή. Αλλά η αγάπη και ο έρωτας τα χρόνια δεν κοιτάνε.
Το μπαλκόνι θα μπορούσε την ιστορία της να πει.
Ένα βιβλίο στο χέρι και τα μάτια κατά το πλάι. Εκεί που ήταν αυτός! Αυτός που την καρδιά της να φτερουγίσει έκανε. Να τον βλέπει δεν χόρταινε. Μα να του μιλήσει δείλιαζε. Τη μάνα της φοβόταν, μα και τον εαυτό της φοβόταν! Και η αγάπη φούντωνε, χωρίς αντίκρισμα. Μέθαγε με τη σκέψη του. Και με το βλέμμα που της έριχνε μέθαγε.
Και με το νου ταξίδευε, ταξίδι ατέλειωτο, παράξενο. Μαζί του όμως πάντα.
Σύγκορμη έτρεμε, σαν ζέφυρου το χάδι.  Και κόκκινα τα μάγουλα, σα να ρουφούσε δροσανάσες λουλουδιών που την αυλή της πλημμυρίζαν.
Λάμψεις νυχτιάτικες οι σκέψεις της για κείνονε περνούσαν. Και το μυαλό και την ψυχή πώς τη ζαλίζαν!
Αχ! Έρωτα μου γητευτή!
Μα το καλοκαίρι δεν ήταν μια αιωνιότητα...Πέρασε και τα επείγοντα έφυγαν και ο Άρης έφυγε και η καρδιά της μάτωσε. Τώρα στο πλαϊνό το σπίτι δεν κοίταξε ξανά. Αυτή την ερημιά δεν θα την  άντεχε.
Έπρεπε να το πάρει απόφαση! Ο Άρης έφυγε, δεν θα τον ξαναδεί.
Απόφωτα δειλά κι’ απ’ την καρδιά ό,τι αγαπήσαμε πάει μακραίνει, σκέφτηκε και πόνεσε.
Έφτανε να βραδιάσει. Μια τελευταία ακτίνα φώτισε το πονεμένο πρόσωπό της. Δύο δάκρυα κύλησαν στα τρυφερά μαγουλά της. Με γοργό βήμα άνοιξε την πόρτα και βγήκε. Ο ήλιος στο κατέβασμά του γλίστραγε στην άκρη του ορίζοντα. Σε λίγο θα έκρυβε τα πάντα.
Σε πόσο χρόνο όμως εκείνη θα ξεχνούσε τι φετινό καλοκαίρι;
 Το καλοκαίρι του 1952 για πόσο θα φώλιαζε στην καρδιά της;
Ίσως για πολύ! Ίσως και για λίγο!
Kαι ήταν Καλοκαίρι  που τον αγάπησε!






1 σχόλιο: