Πέμπτη 9 Ιουνίου 2016

ΤΑ ΔΕΛΦΙΝΙΑ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ - ΜΕ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΔΟΥΝΑ

Οι φωτογραφίες είναι της Ζωής Δούνα  από το Αττικό ζωολογικό πάρκο.


 Μύθος - Ο Αρίων και το δελφίνι

Μια φορά κι έναν καιρό, στα πολύ παλιά χρόνια, ένας ποιητής κιθαρωδός από τη Λέσβο, ο Αρίων, έμαθε ότι στη Σικελία θα γινόταν μεγάλος αγώνας μουσικός.
Έφυγε αμέσως κι έφτασε στο νησί λίγες μέρες πριν από τον αγώνα. Απ’ όλα τα μέρη τα ελληνικά είχαν μαζευτεί εκεί ποιητές και μουσικοί, φημισμένοι και άγνωστοι, νέοι και γέροι, άλλοι με λύρες, άλλοι με φλογέρες, όλοι μάστοροι στην τέχνη τους. Ο Αρίων όμως τους νίκησε όλους. Με το τραγούδι του μάγεψε όσους τον άκουσαν, ακόμα και τους πιο πεισματικούς αντιπάλους του. Τους τραγούδησε για άνοιξη και αγάπη, για ηρωισμό και ενθουσιασμό, τους έκαμε για μια στιγμή να νιώσουν όλα τα όνειρα, όλη τη νοσταλγία της καρδιάς του, τους έριξε στα γόνατα εμπρός του, συνεπαρμένους από την ανώτερή του ψυχή. Του έδωσαν το χρυσό στεφάνι της νίκης και του χάρισαν πλούτη, και, όταν θέλησε να φύγει, του αρμάτωσαν καράβι δικό του και με δάκρυα στα μάτια τού ευχήθηκαν ευτυχία και δόξα και χαρά. Με τα έπαθλά του αγκαλιά απέπλευσε για την πατρίδα, παίρνοντας το δρόμο της επιστροφής. 
Συγκινημένος στεκόταν ο Αρίων στην ψηλή την πρύμη και έβλεπε την κιτρινόχρυση γη να χάνεται στον ορίζοντα. Και όταν δε φαινόταν πια τίποτα, μόνο η θάλασσα που άστραφτε στον ήλιο, στέναξε και γύρισε να κατέβει από την πρύμη. Εμπρός του όμως είδε τους ναύτες όλους μαζεμένους, με τα χέρια σταυρωμένα, που τον κοίταζαν με μάτια σκληρά, γεμάτα έχθρα.
Ο Αρίων σταμάτησε.
― Τι θέλετε;
― Πολλά πράματα θέλουμε εμείς! φώναξε ένας. Και πρώτα-πρώτα, θέλουμε να σε ρίξουμε στη θάλασσα.
― Τι σας έκαμα; ρώτησε πάλι ο Αρίων. Αν ζητάτε χρήματα, να, εκεί στα πόδια σας είναι τα δώρα που μου χάρισαν οι πατριώτες σας. Εκεί έχει στολίδια, χρυσάφια και πλούσια ρούχα, δικά σας είναι, τι τα θέλω εγώ; Τη ζωή μου όμως, αν μου την πάρετε, τι όφελος θα είναι για σας;
― Πες καλύτερα τι θα μας ωφελήσει αν σου την αφήσουμε! φώναξε άγρια ένας άλλος. Ζωντανός μπορείς να μας μαρτυρήσεις στο πρώτο λιμάνι που θ’ αράξουμε, και να μας στείλεις στην κρεμάλα. Πεθαμένος όμως στα βάθη της θάλασσας, τι κακό μπορείς να μας κάμεις;
― Βέβαια! φώναξαν και οι άλλοι. Αν τον φάνε τα ψάρια, αν τον πνίξουν τα κύματα, αν τον θάψουν τα φύκια, ποιος θα το μάθει ποτέ; Πήδα μονάχος σου, τραγουδιστή, μη σε ρίξουμε με τα χέρια μας στο νερό!

Ο Αρίων τούς κοίταζε μαζεμένους εμπρός του, που φώναζαν και φοβέριζαν, ενωμένοι όλοι στο φθόνο τους για κείνον που τον αισθάνονταν ανώτερό τους, και τον έπιασε αηδία.
Εμπρός του απλωνόταν η θάλασσα ήσυχη, απέραντη, με ομορφιά αιώνια. Τότε ξέχασε την ανθρώπινη προστυχιά, η πίκρα έφυγε από την καρδιά του... ένα μόνο ήξερε, ότι θα πέθαινε, ότι θα χανόταν, ότι ήταν η τελευταία φορά που έβλεπε τη φύση, η τελευταία φορά που η ομορφιά της θα ξυπνούσε μέσα του αντίλαλο.
Γι’ αυτό και το τραγούδι του ήταν το τελειότερο που είπε ποτέ. Μόνος με τη φύση, που αγάπησε και τραγούδησε, έλεγε για τελευταία φορά τον πόθο του, τη χαρά του που μπορούσε ακόμα να της τον πει, τον πόνο του που θα έφευγε και δε θα την ξανάβλεπε πια ποτέ.
Τραγουδούσε, και η φωνή του ήταν πότε σιγανή και χαδιάρικη, πότε δυνατή και φώναζε την αγάπη του, ώσπου ο αέρας γέμισε μελωδία, απ’ όλα τα μέρη αντηχούσε το τραγούδι του, τα ξύλα του καραβιού άρχισαν να τρέμουν, η θάλασσα να ταράζεται. Τότε μ’ ένα μεγάλο πήδο ρίχτηκε ο Αρίων στο θάνατο, με τα μάτια ορθάνοιχτα, με το τραγούδι στα χείλη. Και τα κύματα έκλεισαν απάνω του.
Μα το τραγούδι του ακόμα ηχούσε στον αέρα, λες και αμέτρητες φωνές το είχαν πάρει και το συνέχιζαν θρηνώντας το χαμό του... Και οι ναύτες τρομαγμένοι ρίχτηκαν στα κουπιά και βιαστικά έφυγαν από το στοιχειωμένο εκείνο μέρος.
Μια στιγμή είδε το βαθυγάλαζο νερό ολόγυρά του, είδε απάνω από το κεφάλι του φούσκες πράσινες να φεύγουν, σα να βιάζονταν να βγουν στον αέρα, και μια σκέψη πέρασε από το νου του: αχ, να μπορούσε κι εκείνος μια φορά ακόμα να δει τον ήλιο, τον ουρανό!...
Μ’ όλη του τη δύναμη κλώτσησε το νερό, κι άξαφνα αισθάνθηκε κάποιο σώμα που τον έσπρωχνε, τον ανέβαζε στον αφρό. Ζαλισμένος κοίταξε γύρω του. Η θάλασσα είχε γεμίσει δελφίνια, κι ο ίδιος καθόταν σε μια πλάτη μαύρη και γυαλιστερή, σ’ ένα δελφίνι μεγαλύτερο απ’ όλα τ’ άλλα. Σε λίγη ώρα το δελφίνι αγκυροβόλησε στο ακρωτήριο Ταίναρο και ο ποιητής έφτασε στην πατρίδα του Κόρινθο. Εκεί, τα είπε όλα στο βασιλιά μ' αυτός δεν τον πίστεψε, μέχρι που οι φθονεροί ναύτες πήγαν κοντά του και του είπαν ότι ο ποιητής έμεινε στη Σικελία. Τότε ο βασιλιάς κατάλαβε ότι ο Αρίων δεν του έλεγε ψέματα και διατάζει αμέσως να θανατωθούν οι ναύτες. Έτσι ο ποιητής συνέχισε να γράφει διθυράμβους και να κιθαρωδεί με χάρη. Αλλά νόμιζε ο φτωχός, ότι τα βάσανά του είχαν τελειώσει. Αλλά ένα πρωί τον παίρνουν κάτι τύποι με περίεργες ενδυμασίες και κομμώσεις και τον στήνουν πάνω στο σανίδι, όπου ένα σωρό άσχετοι φωνάζουν το όνομά του κάθε λίγο και λιγάκι. Πραγματικά δεν καταλάβαινε ο ταπεινός κιθαρωδός τι συμβαίνει. Δεν μπορούσε να συγχρονιστεί μ' αυτό που έβλεπε. Ο Αρίων το μόνο που ήθελε ήταν να σκαρώνει ύμνους στον Απόλλωνα και να τον ευχαριστεί για την τέχνη που του χάρισε... Τώρα δεν καταλάβαινε... και δυστυχώς ούτε ο Απόλλωνας καταλάβαινε...



Ομηρος - Οδύσσεια

"Mες στο βαθύ το σπήλιο της ως τα μισά χωμένη.
από το μαύρο βάραθρο τ` άγρια κεφάλια βγάζει,
κι εκεί ψαρεύει, ψάχνοντας ολόγυρα στον βράχο,
δελφίνια και σκυλόψαρα κι άλλα θαλασσαγρίμια,
που μύρια η κυματόβροντη τα βόσκει η Aμφιτρίτη"
(Μετάφραση Aργύρη Eφταλιώτη).



Πίνδαρος 
Κλεινὸς Αἰακοῦ λόγος͵ κλεινὰ δὲ καὶ ναυ-
σικλυτὸς Αἴγινα· σὺν θεῶν δέ νιν αἴσᾳ
Ὕλλου τε καὶ Αἰγιμιοῦ
Δωριεὺς ἐλθὼν στρατός
ἐκτίσσατο· τῶν μὲν ὑπὸ στάθμᾳ νέμονται
οὐ θέμιν οὐδὲ δίκαν
ξείνων ὑπερβαίνοντες· οἷοι δ΄ ἀρετάν
δελφῖνες ἐν πόντῳ͵ ταμίαι τε σοφοί
Μουσᾶν ἀγωνίων τ΄ ἀέθλων.

Μετάφραση 

Του Αιακού δοξαστό είναι τ' όνομα· δοξασμένη κι η
καραβοξάκουστη Αίγινα· με των Θεών καλοτύχη
δωριέας σαν ήρθε του Ύλλου και του Αιγιμίου λαός
την κατοίκησε· και κυβερνιούνται υπακούοντας τους κανόνες
μην πατώντας τη θεία τάξη και τα δίκια των ξένων κρατώντας.
Παραβγαίνουνε των δελφινιών στο πέλαγο και γνωστικά
των Μουσών τα χαρίσματα και των αγώνων τ' αθλήματα
αυτοί κυβερνούνε.
Το απόσπασμα αυτό είναι από την εισαγωγή του χαμένου 9ου Ισθμιόνικου,.



ΑΡΧΙΛΟΧΟΣ

χρημάτων ἄελπτον οὐδέν ἐστιν οὐδ᾽ ἀπώμοτον
οὐδὲ θαυμάσιον, ἐπειδὴ Ζεὺς πατὴρ Ὀλυμπίων
ἐκ μεσαμβρίης ἔθηκε νύκτ᾽, ἀποκρύψας φάος
ἡλίου †λάμποντος, λυγρὸν† δ᾽ ἦλθ᾽ ἐπ᾽ ἀνθρώπους δέος.
5ἐκ δὲ τοῦ καὶ πιστὰ πάντα κἀπίελπτα γίνεται
ἀνδράσιν· μηδεὶς ἔθ᾽ ὑμέων εἰσορέων θαυμαζέτω
μηδ᾽ ἐὰν δελφῖσι θῆρες ἀνταμείψωνται νομὸν
ἐνάλιον, καί σφιν θαλάσσης ἠχέεντα κύματα
φίλτερ᾽ ἠπείρου γένηται, τοῖσι δ᾽ ὑλέειν ὄρος.

Μετάφραση 
Κανένα πράγμ᾽ ανέλπιστο δεν είναι, ούτε αν κανένας
κάνει όρκο ότι δεν έγινε, μηδέ παράξενο είναι,
μια κι ο πατέρας των θεών, ο Δίας, στο μεσημέρι
έφερε νύχτα, αφού έκρυψε το φως του λαμπερού ήλιου.
Και τους ανθρώπους έπιασεν ο κρύος ο φόβος· όλα
γίνονται τώρα πιστευτά κι όλα να τα παντέχουν
οι ανθρώποι· και κανένας σας να μη θαυμάζει, αν βλέπει
πως τα θεριά θαλασσινή μονιά με τα δελφίνια 
αλλάξαν και τα κύματα τα βροντερά τούς γίναν
πιο αγαπημένα απ᾽ τη στεριά, κι ότι και το βουνό είναι
γλυκό για τα δελφίνια

.Μετ. Π. Λεκατσάς

 Γεώργιος Δροσίνης  -    Θαλασσινά τραγούδια 

Γλυκά φυσά ο μπάτης,
η θάλασσα δροσίζεται,
στα γαλανά νερά της
ο ήλιος καθρεφτίζεται·

και λες πως παίζουν μ’ έρωτα
πετώντας δίχως έννοια
ψαράκια χρυσοφτέρωτα
σε κύματ’ ασημένια.

Στου καραβιού το πλάι
ένα τρελό δελφίνι
γοργόφτερο πετάει
και πίσω μάς αφήνει.

και σαν να καμαρώνεται
της θάλασσας το άτι 
με τους αφρούς του ζώνεται 
και μας γυρνά την πλάτη.

Χιονοπλασμένοι γλάροι,
πόχουν φτερούγια ατίμητα
και για κανένα ψάρι
τα μάτια τους ακοίμητα,
στα ξάρτια τριγυρίζοντας
ακούραστοι πετούνε
ή με χαρά σφυρίζοντας
στο πέλαγος βουτούνε.

Και γύρω καραβάκια
στη θάλασσ’ αρμενίζουν
σαν άσπρα προβατάκια
που βόσκοντας γυρίζουν
με χαρωπά πηδήματα
στους κάμπους όλη μέρα,
κι έχουν βοσκή τα κύματα.


 Οδυσσέας Ελύτης - Το δελφινοκόριτσο

Εκεί στης Ύδρας τ’ ανοιχτά και των Σπετσών
να σου μπροστά μου ένα δελφινοκόριτσο
Μωρέ τού λέω πούν’ το μεσοφόρι σου
έτσι γυμνούλι πας να βρεις τ’ αγόρι σου

Άιντε μωρό μου, ανέβα και κινήσαμε
πέντε φορές τους ουρανούς γυρίσαμε

Αγόρι εγώ δεν έχω, μου αποκρίνεται
Βγήκα μια τσάρκα για να δω τι γίνεται
Δίνει βουτιά στα κύματα και χάνεται
ξανανεβαίνει κι απ’ τη βάρκα πιάνεται
.
Άιντε μωρό μου, ανέβα και κινήσαμε
πέντε φορές τους ουρανούς γυρίσαμε

Θεέ μου, συγχώρεσέ με, σκύβω για να δω
κι ένα φιλί μου δίνει, το παλιόπαιδο
Σα λεμονιά τα στήθη του μυρίζουνε
κι όλα τα μπλε στα μάτια του γυαλίζουνε

Άιντε μωρό μου....





Οδυσσέας Ελύτης - Επέτειος (απόσπασμα)

Έφερα τη ζωή μου ως εδώ
Πέτρα ταμένη στο υγρό στοιχείο
Πιο πέρα απ' τα νησιά
Πιο χαμηλά απ' το κύμα
Γειτονιά στις άγκυρες
- Όταν περνάν καρίνες σκίζοντας με πάθος
Ένα καινούριο εμπόδιο και το νικάνε
Και μ' όλα τα δελφίνια της αυγάζ' η ελπίδα
Κέρδος του ήλιου σε μι' ανθρώπινη καρδιά -



Οδυσσέας Ελύτης - Το Μονόγραμμα (απόσπασμα)
Έτσι σ’έχω κοιτάξει πού μου αρκεί
Νά’χει ο χρόνος όλος αθωωθεί
Μές στό αυλάκι που τό πέρασμα σου αφήνει
Σαν δελφίνι πρωτόπειρο ν’ακολουθεί
Καί νά παίζει μέ τ’άσπρο καί τό κυανό η ψυχή μου !



Οδυσσέας Ελύτης - Θάνατος και ανάστασις Κωνσταντίνου Παλαιολόγου , απόσπασμα

Πρόσεχε να προφέρει καθαρά τη λέξη θάλασσα έτσι που να
γυαλίσουν μέσα της όλα τα δελφίνια
Κι η ερημιά πολλή που να
χωρά ο Θεός κι η κάθε μια σταγόνα σταθερή στον ήλιο ν' ανεβαίνει




Οδυσσέας Ελύτης - Ναυτάκι του Περιβολιού (απόσπασμα)

- Nονά των άσπρων μου πουλιών
Γοργόνα Eυαγγελίστρα μου!
Tί μπάλλες θαλασσιά γαρούφαλλα ρίχνουν στο μώλο τα κανόνια σου
πόσες αρμάδες κοχυλιών βουλιάζουνε οι φωτιές σου
και πως λυγάς τις φοινικιές όταν τρελλαίνεται ο γαρμπής
και σούρνει άμμους και βότσαλα!

Περνάν οι ελπίδες μες στα μάτια της
με βάρκες από σουπιοκόκκαλο
στα τρία δελφίνια που χοροπηδούν
πίσω της φλοκωτές παντιέρες ανεμίζουνε!


 Κωστής Μοσκώφ, Άτιτλο (Τα δελφίνια πήραν από πίσω το φεγγάρι...)

Τα δελφίνια πήραν από πίσω το φεγγάρι
τραγουδούν πάνω στις κορφές των καταρτιών
– αύριο
θα πάω να βρω τη ματιά σου
εκεί που την άφησα στο ακρογιάλι...

«Σέλινα τα μαλλιά σου μυρωμένα»,
η όψη σου σαν της Εκάτης χλομή,
να γυρεύω ολονυκτίς τα χείλη σου
και συ τον γιασεμί Ερμή...

Έρχεται, έρχεται η Διώνη
με το τσιτάκι της ν' ανεμίζει στον Βαρδάρη
έρχεται, έρχεται ο Άδωνις
με φουσκωμένο το μπλουτζίν
με ανοικτό το μπλε πουκαμισάκι...
Πηδά χαρούμενη, σκοινάκι, η ψυχή τής Τσιμισκή...
Από τη συλλογή Ποιήματα (1987)


Γιάννης Ρίτσος - Γράμματα ἀπ᾿ τὸ μέτωπο (απόσπασμα)

Το άλλο πρωί, όπως συνήθιζε, κάθισε στο πεζούλι του φάρου. Κοίταξε τo πέλαγο. Μια στιγμή του φάνηκε πως η θάλασσα αυλακωνόταν, κανένα μίλι μακριά, σα να περνούσαν δελφίνια και παίζαν. 
Πολλές φορές έβλεπε στ' ανοιχτά να περνούν δελφίνια.
Τα παρακολουθούσε να γράφουν τις αργές κινήσεις τους όξω απ΄ το νερό, πάλι να πέφτουν.


  Γιώργος Σεφέρης - Ύδρα

Δελφίνια φλάμπουρα και κανονιές.
Το πέλαγο τόσο πικρό για την ψυχή σου κάποτε,
σήκωνε τα πολύχρωμα κι αστραφτερά καράβια
λύγιζε, τα κλυδώνιζε κι όλο μαβί μ’ άσπρα φτερά,
τόσο πικρό για την ψυχή σου κάποτε
τώρα γεμάτο χρώματα στον ήλιο.~.~
Άσπρα πανιά και φως και τα κουπιά τα υγρά
χτυπούσαν με ρυθμό τυμπάνου ένα ημερωμένο κύμα.

Θα ήταν ωραία τα μάτια σου να κοίταζαν
θα ήταν λαμπρά τα χέρια σου ν’ απλώνουνταν
θα ήταν σαν άλλοτε ζωηρά τα χείλια σου
μπρος σ’ ένα τέτοιο θάμα
το γύρευες
τι γύρευες μπροστά στη στάχτη
ή μέσα στη βροχή στην καταχνιά στον άνεμο,
την ώρα ακόμη που χαλάρωναν τα φώτα
κι η πολιτεία βύθιζε κι από τις πλάκες
σου ‘δειχνε την καρδιά του ο Ναζωραίος,
τι γύρευες; γιατί δεν έρχεσαι; τι γύρευες;

 Γιώργος Σεφέρης - Επί σκηνής (απόσπασμα)

Μὰ μπορεῖ νὰ κακοφορμίσει ἡ θάλασσα;
Ἕνα δελφίνι τὴν ἔσκισε μία φορὰ
κι ἀκόμη μιὰ φορὰ
ἡ ἄκρη τοῦ φτεροῦ ἑνὸς γλάρου.

  Φανή Παπαλουκά - Τα δελφίνια

Ήταν μια φορά ένα μικρό δελφίνι.
Ζούσε με το κοπάδι του στ’ ανοιχτά της θάλασσας ξένοιαστο κι ευτυχισμένο, κι ήταν η χαρά και το καμάρι της μάνας του. Όλη μέρα έπαιζε με τα κύματα, και πότε πηδούσε ψηλά στον αέρα, πότε βυθιζόταν βαθιά στα νερά. Το σταχτόμαυρο κορμί του γυάλιζε σαν ατσάλι στον ήλιο κι η σβελτάδα του δεν είχε ταίρι. Όλο το κοπάδι των δελφινιών το ήξερε και το αγαπούσε. Ήταν το χαϊδεμένο τους, «το μικρό μας δελφίνι», όπως το έλεγαν.
Όμως το «μικρό μας δελφίνι» είχε ένα ελάττωμα, και το ελάττωμά του αυτό έδινε κιόλας πολλές σκοτούρες στη μητέρα του και πολλές τιμωρίες στο «μικρό μας δελφίνι».
Ήταν περίεργο. Ήθελε όλα να τα μάθει, όλα να τα δει. Εκεί που έπλεε ήσυχα μ’ όλο του το κοπάδι, κι έλεγαν τ’ άλλα δελφίνια με θαυμασμό: δες, το «μικρό μας δελφίνι» έβαλε μυαλό! ξάφνου το έχαναν. Το κοπάδι σκόρπιζε τότε να το βρει, κι η μητέρα του ανησυχούσε, συγχυζότανε, την έπιανε η καρδιά της, κι ύστερα, όσο να ’ναι, ντρεπόταν και τ’ άλλα δελφίνια που μουρμούριζαν:
– Πάλι τα ίδια!
Στο τέλος βέβαια κάθε φορά το έβρισκαν το «μικρό μας δελφίνι» ή γύριζε και μόνο του.
– Τι έκανες πάλι; το ρωτούσε η μητέρα του.
Κι εκείνο έπαιρνε το πιο αθώο ύφος του κόσμου κι εξηγούσε τόσο φυσικά:
– Είδα ένα μεγάλο ξερονήσι στη θάλασσα.
– Ε, κι ύστερα;
– Σκέφτηκα νά, τι να ’ναι άραγε από πίσω…
Πάλι τα ίδια και πάλι τα ίδια…
Άδικα προσπαθούσε να του βάλει μυαλό η μητέρα του, άδικα δοκίμασαν οι γεροντότεροι του κοπαδιού να του εξηγήσουν τους κινδύνους που υπήρχαν. Πότε βρισκόταν μια βαθιά, φαγωμένη απ’ τη θάλασσα κουφάλα, πότε…έχει τόσα παράξενα και θαυμαστά ο κόσμος!
Κάποτε όμως το «μικρό μας δελφίνι» χόρτασε τη θάλασσα και του μπήκε στο νου να γνωρίσει και την ξηρά. Μέρες ολόκληρες πάλευε να διώξει την καινούρια του επιθυμία. Είχε ακούσει τόσες φορές τ’ άλλα δελφίνια να λένε: «Η ξηρά είναι άλλος κόσμος, δεν είναι για μας». Μα το μικρό μας δελφίνι δεν μπορούσε να ησυχάσει. «Είναι άλλος κόσμος! Καλά, μα τι κόσμος;» αναρωτιόταν, και το μυαλουδάκι του δεν μπορούσε να δώσει απόκριση.
Ήξερε ακόμα πως στην ξηρά βασίλευε ένα παντοδύναμο θηρίο, ο άνθρωπος. Το «μικρό μας δελφίνι», βέβαια, τον φοβόταν τον άνθρωπο, όμως ήθελε τόσο πολύ να δει την ξηρά! Και μια μέρα δεν άντεξε άλλο. Κει που έπλεε μ’ ολόκληρο το κοπάδι, αντίκρισε από μακριά μιαν αμμουδιά. Καμώθηκε τότες πως κουράστηκε, έμεινε επίτηδες ξωπίσω, το κοπάδι σιγά σιγά ξεμάκραινε, κι όταν έφυγε αρκετά μπροστά, το «μικρό μας δελφίνι» όρμησε σαν τρελό για την ξηρά.
Όταν έφτασε κοντά, έκοψε το δρόμο του και γλίστρησε να κρυφτεί πίσω από ένα βράχο. Τότε έβγαλε το κεφάλι του απ’ το νερό. Τι όμορφη που ήταν η ξηρά! Οι βαρκούλες, κόκκινες, λουλακιές, ξαπόσταιναν τραβηγμένες στη στεριά, τα δίχτυα απλωμένα στέγνωναν στον ήλιο, στο βάθος μια σειρά φρεσκοασβεστωμένα σπιτάκια.


 Φανή Παπαλουκά - Τα δελφίνια( συνέχεια )

Το «μικρό μας δελφίνι» ξεθάρρεψε, άφησε το σώμα του ελεύθερο, κι ένα κύμα το έβγαλε έξω στην αμμουδιά…
– Τι ήσυχα που είναι όλα, μουρμούρισε.
Δυο τρεις άνθρωποι πιο κει, καθισμένοι κατάχαμα, μπάλωναν τα δίχτυα τους. Σήκωσε το δελφίνι μας το κεφάλι του να δει. Άλλοι κουβέντιαζαν όσο δούλευαν, άλλοι σιγοτραγουδούσαν.
«Η μητέρα δε θα ξέρει καλά» σκέφτηκε το δελφίνι και πλησίασε πιο πολύ. Οι άνθρωποι είναι καλοί. Κι έπιασε να κοιτάζει γύρω του άπληστα… Μα ξαφνικά ζαλίστηκε, σαν να μην ένιωθε καλά… Για μια στιγμή του πέρασε απ’ το νου να φύγει, να γυρίσει πάλι στη θάλασσα, μα δεν μπορούσε. Το σώμα του έγινε μεμιάς βαρύ, το κεφάλι του αντίθετα λαφρύ, κι όλο ελάφραινε, σα να άδειαζε. Τότε τρόμαξε, σκέφτηκε τη μητέρα του, το κοπάδι του, κι η καρδιά του σφίχτηκε. Γύρω άκουγε τώρα ένα βουητό, κι ένιωθε από πάνω σκυμμένους πολλούς ανθρώπους. Άνοιξε τα μάτια του με κόπο. Είδε κόσμο μαζεμένο και τα ξανάκλεισε. Η καρδιά του πήγαινε να σπάσει.
«Τώρα ήρθε το τέλος μου» σκέφτηκε «οι άνθρωποι, τα πιο μεγάλα θηρία, με βρήκανε.»
– Δέστε ένα δελφίνι, άκουσε μια φωνή να λέει κοντά του.
– Τι όμορφο που είναι, είπε μια άλλη.
Κι ένα μικρό παιδάκι έσκυψε και το χάιδεψε στη ράχη.
– Πού να βρέθηκε;
– Μα θα πεθάνει, αν το αφήσουμε. Ακόμα ζει. Άντε όλοι μαζί να το σπρώξουμε στη θάλασσα.
Έπιασαν τότε όλοι μαζί οι άνθρωποι και το ’σύραν σιγά σιγά και μαλακά στο νερό. Το «μικρό μας δελφίνι» ένιωσε αμέσως καλύτερα, και σε λίγο ακόμα καλύτερα, ώσπου συνήλθε εντελώς. Έβγαλε τότε το κεφάλι του μια στιγμή απ’ το νερό, είδε τους ανθρώπους στην παραλία να το κοιτούν και του ήρθε να κάνει δυο τρία πηδήματα για να τους χαιρετήσει. Ύστερα βυθίστηκε και χάθηκε…
Στ’ ανοιχτά της θάλασσας βρήκε το κοπάδι του. Η μητέρα του κόντευε να πεθάνει απ’ την αγωνία της. Μόλις το είδε, έτρεξε απάνω του, κι ούτε βρήκε τη δύναμη να το μαλώσει.
– Που ήσουνα πάλι; το ρώτησε μόνο.
– Στην ξηρά, στους ανθρώπους, αποκρίθηκε περήφανα το «μικρό μας δελφίνι». Tο κοπάδι αυτή τη φορά τα ’χασε. Aμέσως μαζεύτηκε τριγύρω του ν’ ακούσει.
– Nαι, στους ανθρώπους, ξανάπε το «μικρό μας δελφίνι», και ξέρετε τι έχω να σας πω, οι άνθρωποι δεν είναι όπως λέτε· είναι καλοί, πολύ καλοί μάλιστα. Δεν έχουν κακιά καρδιά, πονούν για το πάθημα του άλλου και ξέρουν να τον βοηθούν.
Το κοπάδι των δελφινιών σάστισε ν’ ακούει τέτοια λόγια και το «μικρό μας δελφίνι» κάθισε κειδά και τους διηγήθηκε τη μεγάλη περιπέτεια. Όταν τέλειωσε, ο αρχηγός του κοπαδιού, το πιο μεγάλο και δυνατό δελφίνι, έδωσε έναν πήδο και βρέθηκε μες τη μέση.
– Αδέλφια μου, είπε, όσα μας διηγήθηκε το «μικρό μας δελφίνι» είναι θαυμαστά. Αφού λοιπόν οι άνθρωποι έχουν τόσο καλή καρδιά, εμείς τα δελφίνια δεν πρέπει να υστερήσουμε· πρέπει να τους ανταποδώσουμε το καλό που έκαναν, πρέπει να τους δείξουμε την ευγνωμοσύνη μας.
– Σωστά μιλάς, μα τι καλό μπορούμε να κάνουμε εμείς τα δελφίνια στον άνθρωπο; απόρησε ένα δελφίνι.
– Μπορούμε, είπε τότε ο αρχηγός, και το ύφος του έδειχνε πως ήξερε κιόλας τι θα πει.
Τότε έγινε μεμιάς απόλυτη ησυχία.
– Να ειδοποιήσουμε αμέσως τ’ αδέλφια μας σ’ όλες τις θάλασσες. Από σήμερα, όποιο καράβι πλέει στο πέλαγος, να το ακολουθεί πάντα ένα κοπάδι δελφινιών. Όταν τυχαίνει και πιάνει φουρτούνα και πέφτουν οι άνθρωποι ναυαγοί στη θάλασσα, όπως είδαμε τότες φορές, να βρίσκονται πάντα κοντά τους τα δελφίνια, να τους παίρνουν στη ράχη τους και να τους βγάζουν στη ξηρά…
Το κοπάδι των δελφινιών θαύμασε την όμορφη ιδέα του αρχηγού τους, αμέσως δέχτηκε με χαρά την πρόταση και με μεγάλους πήδους σκόρπισε, να πάει την είδηση σ’ όλα τα δελφίνια της θάλασσας.
Έτσι το «μικρό μας δελφίνι», με την περιέργειά του, έγινε αφορμή ν’ αρχίσει από εκείνη τη μέρα μια όμορφη φιλία, που ακόμα κρατάει ώς σήμερα. Γι’ αυτό, όταν ξανοιγόμαστε στο πέλαγος, βλέπουμε ένα κοπάδι δελφινιών ν’ ακολουθεί πιστά το καράβι μας στο δρόμο του…
(από το βιβλίο: Φανή Παπαλουκά, Iστορίες σαν παραμύθια, Eκδοτικός οίκος «Aστήρ» Aλ. και E. Παπαδημητρίου, 1974) 


Πλίνιος ο Πρεσβύτερος - Το παιδί και το δελφίνι

Τούτη η ιστορία θα σου φανεί απίστευτη, γιατί μοιάζει με παραμύθι, είναι όμως πέρα για πέρα αληθινή. Μας τη διηγείται ο, ένας μεγάλος σοφός που ασχολήθηκε κοντά στ΄ άλλα και με το βίο των ζώων.
Μια φορά, λέει, στη λιμνοθάλασσα του Λοκρίνου, που ανήκε τότε στην επαρχία της αρχαίας Ιταλικής Καμπανίας, ζούσαν πολλά δελφίνια.Ένα από αυτά πλησίασε μια μέρα στην ακροθαλασσιά, όπου καθόταν και ξεκουραζόταν ένα μικρό αγόρι. Το αγόρι αυτό γύριζε από το σχολείο του που βρισκόταν από την άλλη πλευρά της λιμνοθάλασσας, σε μια μικρή πόλη. Καθώς λοιπόν ήταν κουρασμένο από το δρόμο, κάθισε στην ακρολιμνιά να ξαποστάσει και ο καθαρός αέρας του άνοιξε την όρεξη. Θυμήθηκε πως του είχε περισσέψει λίγο ψωμί από το πρωινό του και κάθισε να το φάει. Ξαφνικά είδε το δελφίνι. Είχε βγάλει το κεφάλι του από τη θάλασσα και κοίταζε το παιδί τρυφερά με τα μικρά ολοστρόγγυλα μάτια του. το αγοράκι, για να παίξει, του πέταξε λίγο ψωμί κι εκείνο άνοιξε το στόμα του και το κατάπιε.
-Θα πεινάει το καημένο, σκέφτηκε το αγοράκι. Ας του ρίξω ακόμα λίγες μπουκιές.
Το δελφίνι πλησίασε πιο κοντά τώρα και με χαριτωμένες κινήσεις βουτούσε στο νερό και ξανάβγαινε ν΄αρπάξει τις μπουκιές που του πετούσε ο μικρός του φίλος. Όταν τελείωσε το ψωμί, το αγόρι του φώναξε:
-Καλό μου δελφίνι, δεν έχω άλλο για σήμερα. Αύριο, θα πάρω περισσότερο  ψωμί μαζί μου κι αν σε συναντήσω εδώ, θα το φάμε παρέα.
Το δελφίνι, σα να κατάλαβε τι του είπε το αγόρι, το περίμενε την άλλη μέρα στο ίδιο μέρος. Σαν το είδε από μακριά, άρχισε να κάνει τούμπες στο νερό, σα να ήθελε έτσι να του φανερώσει τη χαρά του. Το παιδί του έριξε πάλι αρκετές μπουκιές ψωμί και το δελφίνι τις άρπαζε ευχαριστημένο για την αναπάντεχη τύχη του. Αυτό έγινε και την άλλη μέρα και την παρ΄άλλη, ώσπου το παιδί και το δελφίνι έγιναν δυο αχώριστοι φίλοι. Το δελφίνι πλησίαζε πια τόσο κοντά στην ακτή, που το αγοράκι άπλωνε τα χέρια του και του χάιδευε τη ράχη.
Στο σχολείο, είχε μάθει για τον Αρίωνα, τον ξακουσμένο μουσικό, και την ιστορία του, πώς δηλαδή τον έφερε ένα δελφίνι στην στεριά πάνω στη ράχη του.  – Εκεί, στην απέναντι στεριά, βρίσκεται το σχολείο μου! σκέφτηκε καθώς θυμήθηκε την ιστορία του Αρίωνα. Κάθε μέρα πηγαίνω κι έρχομαι τόσο δρόμο και κουράζομαι πολύ… Γιατί τάχα; Το καλό μου δελφίνι θα μου αρνηθεί να με περάσει απέναντι, καθισμένο στη ράχη του;
Το δελφίνι, σα να μάντεψε τη σκέψη του παιδιού, πλησίασε περισσότερο στην αμμουδιά. Το αγοράκι τότε, με ένα επιδέξιο πήδημα, βρέθηκε στη ράχη του. Γρήγορο σαν αστραπή το δελφίνι, άρχισε να κολυμπά στην επιφάνεια της λιμνοθάλασσας και σε λίγα λεπτά έφτασε στην απέναντι ακτή. Το παιδί, κατευχαριστημένο από το απροσδόκητο ταξίδι, ξεπέζεψε από τη ράχη του δελφινιού, πήδησε στο μώλο και φώναξε:
-Σ΄ευχαριστώ, καλό μου δελφίνι, δεν ξέρεις πόσο γρήγορα και ξεκούραστα θα πάω σήμερα στο σχολείο! Όταν σχολάσω να με περιμένεις εδώ.
Και στ΄αλήθεια! Όταν σχόλασε το παιδί και τράβηξε προς την ακρογιαλιά, βρήκε το δελφίνι το φίλο του να τον περιμένει! Χωρίς να διστάσει, ανέβηκε πάλι στη ράχη του και σε λίγο το δελφίνι, ζωντανή βαρκούλα, τον είχε περάσει απέναντι.Ύστερα, άρχισε να στριφογυρίζει στη ακτή κοντά, σαν να περίμενε κάτι.
Το παιδί, που μάντεψε αμέσως τι ήθελε, έβγαλε από το καλάθι του ένα μεγάλο κομμάτι ψωμί και τάισε με το χέρι του το δελφίνι.
Αυτή η ιστορία συνεχίστηκε για πολλούς μήνες.
Μια μέρα όμως, το αγόρι δε φάνηκε στην ακρολιμνιά. Το δελφίνι περίμενε υπομονετικά ως το ηλιοβασίλεμα και ξαναγύρισε στην ίδια θέση το άλλο πρωί. Και πάλι το αγόρι δε φάνηκε! Τι να΄γινε τάχα; Αλίμονο… Κειτόταν βαριά άρρωστο στο κρεβατάκι του. Τόσο βαριά, που δε γλίτωσε το θάνατο… Άδικα το δελφίνι από τότε περίμενε κάθε πρωί στην ακτή. Το παιδί, ο μικρός του φίλος, δε θα ξαναρχόταν ποτέ πια… Τότε κατάλαβε πως κάτι κακό έπαθε.
Οι περαστικοί διαβάτες το έβλεπαν να κολυμπάει ανόρεχτα κοντά στην ακρογιαλιά. Το έβλεπαν με δακρυσμένα μάτια, γιατί ήξεραν τη φιλία του με το αγοράκι. Πολλοί του πετούσαν κομμάτια ψωμί και μικρά ψάρια. Μα το δελφίνι δεν άγγιζε τίποτε. Περίμενε να έρθει το παιδί, ο μικρός του φίλος, να το ταΐσει. Ώσπου μια μέρα, αφού άδικα τόσο καιρό περίμενε, πέθανε από τη θλίψη και την πείνα.
Οι ψαράδες έσυραν το άψυχο σώμα του στο γιαλό. Αυτό το δελφίνι, είπαν, θα ταφεί σαν άνθρωπος.
Έσκαψαν ένα λάκκο στην αμμουδιά κι άφησαν τα κύματα της λιμνοθάλασσας να νανουρίζουν τον αιώνιο ύπνο του.”




ANΤΩΝΗΣ ΣΟΥΡΟΥΝΗΣ - Άνθρωποι και δελφίνια 

Το αφήγημα προέρχεται από το βιβλίο Κυριακάτικες ιστορίες (2002) του Αντώνη Σουρούνη. O συγγραφέας εκκινεί από τη θλιβερή φωτογραφία που είδε στην εφημερίδα και απεικόνιζε δύο πεθαμένα και παραπεταμένα δελφίνια σε παραλία της Χαλκιδικής. Το δυσάρεστο αυτό συμβάν προβληματίζει γενικότερα το συγγραφέα για την ανθρώπινη αδιαφορία και την κακομεταχείριση των έξυπνων και φιλικών δελφινιών. 

Αυτό που παθαίνω με τα δελφίνια δεν το παθαίνω ούτε με τους ανθρώπους. Όσα και να 'χω δει στη ζωή μου χαράχτηκαν ανεξίτηλα στη μνήμη μου. Άσχετα αν τα είδα στην πραγματικότητα, στη μικρή ή μεγάλη οθόνη ή φωτογραφημένα σε εφημερίδες και περιοδικά. Δεν ξέρω πώς γίνεται αυτό. Η αλήθεια είναι ότι τ' αγαπάω. Κι άλλα ζώα όμως αγαπάω και τα 'χω ξεχάσει. Υπάρχουν μάλιστα και ορισμένα που ζήσαμε μαζί και τα ξέχασα. Όλ' αυτά τα δελφίνια που προανέφερα, ζωντανά, φωτογραφημένα, κινηματογραφημένα, εκτοπίστηκαν εδώ και κάμποσο καιρό από ένα νεκρό δελφίνι, που το είδα σε φωτογραφία της εφημερίδας Μακεδονία. Κείτονταν νεκρό στην παραλία της Αρετσούς, της Νέας Κρήνης, πυροβολημένο από την καραμπίνα κάποιου ψαρά. Δε θυμάμαι τι έλεγε το ρεπορτάζ. Αν δηλαδή είχε εξοκείλει μόνο του για να πεθάνει εκεί, αν το είχε ξεβράσει η θάλασσα σαν άχρηστο πια ή αν το είχε σύρει ο φονιάς του για να το επιδείξει. Έχω ξεχάσει τα λόγια, μόνο τη φωτογραφία θυμάμαι. Κείτονταν νεκρό, όπως είπα, στη βρόμικη άμμο, με μια αιώνια θα 'λεγα μεγαλοπρέπεια, τέτοια που λίγα ζώα διαθέτουν κι ακόμα πιο λίγοι άνθρωποι. Πάνω από μια βδομάδα ήταν σ' εκείνη τη θέση, κατάχαμα, σαν πίνακας νεκρής, κατάνεκρης φύσης, έργο κι αυτό του ανθρώπου, μέχρι που δημοσιεύτηκε η φωτογραφία του κουφαριού* του κι ήρθαν και το περιμάζεψαν, όχι από ντροπή αλλά από δημαρχιακή πολιτική. Αναδύθηκε* στη μνήμη μου πάλι προχτές, που διάβασα στις εφημερίδες πως δυο γερμανοί βιοψυχολόγοι, πειραματιζόμενοι με διατηρημένους εγκεφάλους δελφινιών, έφταναν να αναρωτιούνται «μήπως τα δελφίνια δεν είναι τόσο έξυπνα όσο φαίνονται». Κάποτε θα έφταναν. Μπορεί να είδαν κι αυτοί τη φωτογραφία που είδα εγώ στη Μακεδονία και που φάνταζε σαν το τέλος όλων των δελφινιών του κόσμου. Κι όταν έχει επέλθει το τέλος κάποιου που υπήρξε ιδιαίτερα ευφυής, ιδιαίτερα αγαπητός, ιδιαίτερα γενναίος, έρχονται κάποιοι κάποτε και τοναποκαθηλώνουν,* φέρνοντάς τον στα μέτρα του δικού τους μυαλού, της δικής τους καρδιάς και της δικής τους ανδρείας.
Πριν από χρόνια που ταξίδευα με ελικόπτερο πάνω από τη θάλασσα του Αγίου Όρους, είχα την τύχη να δω μια οικογένεια δελφινιών, που ταξίδευε κι αυτή παίζοντας. Ελεύθερα μέσα στο πέλαγο, φωνάζανε, μας χαιρετούσαν, έκαναν άλματα για να μας φτάσουν. Κι είχα την ατυχία να παρακολουθήσω σ' ένα θαλάσσιο τσίρκο την κατάντια τους. Μπορεί να ήταν και η ίδια οικογένεια, δεν ξέρω, όμως ό,τι έκαναν το έκαναν για ένα ψάρι. Εκτελούσαν κάθε νούμερο που τους πρόσταζε ο δεσμοφύλακάς τους μόνο για την τροφή τους. Βουτιές, πηδήματα, τούμπες και κωλοτούμπες. Τα παιδάκια χειροκροτούσαν και οι γονείς χαίρονταν με τη χαρά τους. Κανείς δεν τους λέει ότι τα δελφίνια αυτά είναι φυλακισμένα και καταδικασμένα σε θάνατο. Ότι έχουν ψαρευτεί απ' τους επιτήδειους, όπως οι γυναίκες που καταφθάνουν από τις γύρω χώρες στη χώρα μας, κι ότι έχουν πουληθεί με το κεφάλι, όπως εκείνες. Πενήντα χιλιάδες δολάρια, τόσα κοστίζει ένα δελφίνι στο τσίρκο, και πρέπει να βγάλει γρήγορα τα λεφτά του γιατί πεθαίνει και γρήγορα.
Στη θάλασσα ζει μέχρι και πενήντα χρόνια, στις πισίνες όμως με το χλώριο, τις κρέμες που τα αλείφουν και τ' άλλα δηλητήρια δεν αντέχει για πολύ. Είναι και η αντιπαλότητα που υπάρχει με τ' άλλα δελφίνια για κείνο το ψάρι και πρέπει συνεχώς να μάχεται όπως οι μονομάχοι στις αρένες.* Το πλήθος ενθουσιάζεται με κάτι τέτοια και επευφημεί. Τον πρώτο καιρό εξάλλου τα ταΐζουν με νεκρά ψάρια για να τα καταστήσουν τελείως υπάκουα. Πολλά κερδίζουν το ψάρι τους τρελαμένα, επειδή μπερδεύονται με τα κύματα που αναπαράγονται στις τετράγωνες αυτές δεξαμενές και παθαίνουν ό,τι θα πάθαινε κι ο άνθρωπος αν ζούσε σ' ένα δωμάτιο γεμάτο καθρέφτες. Έτσι λένε κάτι άλλοι επιστήμονες.
Η είδηση δε λέει αν οι δύο επιστήμονες για τα πειράματά τους χρησιμοποίησαν εγκεφάλους φυλακισμένων ή αλανιάρικων δελφινιών. Γιατί όσο έξυπνος και να 'σαι, έπειτα από τόσο μακρόχρονη φυλάκιση και τέτοια ζωή, το λιγότερο που μπορείς να χάσεις είναι το μυαλό σου. Μπορεί όμως να συμβαίνει και τ' άλλο. Να επρόκειτο δηλαδή για δελφίνια αλανιάρικα και όπως ένα κουτός άνθρωπος θεωρεί βλακείες ό,τι αδυνατεί να καταλάβει, έτσι κι εμείς να φτάσαμε στο συμπέρασμα πως τα δελφίνια «δεν είναι τόσο έξυπνα όσο φαίνονται». 

Α. Σουρούνης, Κυριακάτικες ιστορίες, 
Καστανιώτη 
* κουφάρι: πτώμα * αναδύθηκε: ξαναήρθε * αποκαθηλώνουν: κατεβάζουν από ψηλά, υποβιβάζουν * αρένες: χώρος διεξαγωγής θηριομαχιών ή ταυρομαχιών





ΠΗΓΕΣ 








Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου