Τρίτη, 22 Αυγούστου 2017

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ ΤΕΚΟΥ " ΑΤΙΤΛΟ "


Ψαράς ήταν ο πατέρας μου. Μια φιγούρα απ’αλάτι που πέρναγε την κάθε μέρα του γκρινιάζοντας για τα ψάρια που δεν έπιασε και την κακή του τύχη. Μικρός σαν πετραδάκι εγώ, άκουγα με προσοχή και ενίοτε με απορία τις μεγάλες αλήθειες που’βγαιναν απ’το στόμα του.
Μπροστά στη φωτιά, με ένα ποτήρι τσίπουρο στο χέρι απαριθμούσε τις αδικίες της ζωής που πάντα στους άλλους έδινε, ποτέ σε εκείνον επιτρέποντας σε μια παλίρροια λύπης να αλλοιώσει τα χαρακτηριστικά του προσώπου του δημιουργώντας χαρακιές στο δέρμα. Σε κάθε χαρακιά, τρύπωνε το αλάτι φτιάχνοντας αποικίες από άχρωμες αλήθειες.
Το σώμα μου μεγάλωσε. Το μυαλό μου επίσης. Γέμισε από σκέψεις, κάποιες δικές μου μα οι περισσότερες δανεικές από τα βιβλία που διάβαζα. Ο θεόρατος γίγαντας-έτσι λογάριαζα τον πατέρα μου-άρχισε να συρρικνώνεται ολοένα και περισσότερο. Ήρθε η στιγμή που δεν κρατήθηκα και τον ρώτησα. Γιατί δεν είσαι χαρούμενος; Γιατί συνέχεια παραπονιέσαι; Τι περισσότερο θες από αυτό που έχεις και γιατί δεν κάνεις κάτι για να το πετύχεις αντί να διαμαρτύρεσαι άπραγος;
Βάλθηκε να κλαίει και τα δάκρυά του έσταζαν πάνω στις αλμυρές αποικίες βουλώνοντας τις χαρακιές. Σύντομα νύσταξε και αποκοιμήθηκε χωρίς να είμαι σίγουρος αν είχε καταλάβει πως δεν είχα σκοπό να τον στενοχωρήσω, μα να τον τραβήξω από τον βάλτο της μιζέριας.
Λίγα χρόνια μετά πέθανε, χαμογελώντας... ψιθυρίζοντας «ευχαριστώ».
Iφιγένεια




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου