Τετάρτη, 16 Αυγούστου 2017

Μάργκαρετ Μίτσελ - Margaret Munnerlyn Mitchell ( 8 Νοεμβρίου 1900 - 16 Αυγούστου1949 )


Η Μάργκαρετ Μίτσελ (Margaret Munnerlyn Mitchell, 8 Νοεμβρίου 1900 - 16 Αυγούστου1949) ήταν Αμερικανίδα συγγραφέας και δημοσιογράφος.

Έγινε διάσημη σε όλο τον κόσμο με το βιβλίο της Όσα παίρνει ο άνεμος (βιβλίο) που εκδόθηκε το 1936. Το βιβλίο κέρδισε το Εθνικό βραβείο Βιβλίου της Αμερικής το έτος 1936 καθώς και το βραβείο Πούλιτζερ για μυθιστορήματα του 1937.
Το βιβλίο μεταφέρθηκε και στον κινηματογράφο το 1939 με τον ίδιο τίτλο Όσα Παίρνει ο Άνεμος (ταινία) και με πρωταγωνιστές την Βίβιαν Λη και τον Κλαρκ Γκέιμπλ και έγινε μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του αμερικανικού κινηματογράφου.
Μόλις το 1996 κυκλοφόρησε η και νουβέλα που είχε γράψει στα νεανικά της χρόνια, το Lost Laysen, καθώς και μια συλλογή με τα άρθρα που είχε γράψει κατά τη διάρκεια της τετράχρονης σταδιοδρομίας της ως δημοσιογράφου στην εφημερίδα The Atlanta Journal.
Πέθανε στις 16 Αυγούστου 1949 σε τροχαίο ατύχημα στην Ατλάντα.
Η Μάργκαρετ Μίτσελ, γεννήθηκε στις 8 Νοεμβρίου του 1900 σε μια εύπορη οικογένεια σκωτο-ιρλανδικής καταγωγής στην Ατλάντα, της Τζόρτζια των ΗΠΑ. Ο πατέρας της ήταν δικηγόρος και η μητέρα της, μια δραστήρια γυναίκα πάλευε για τα δικαιώματα των γυναικών της εποχής ενταγμένη στο κίνημα που έμεινε γνωστό με την ονομασία Σουφραζέτες.
Από μικρή, η Μίτσελ μαγεύτηκε από την ανάγνωση βιβλίων. τα οποία με τη σειρά τους τροφοδότησαν την ήδη αναπτυγμένη παιδική και εφηβική φαντασία της, με αποτέλεσμα απο την ηλικία των 11 ετών να ξεκινήσει να γράφει μικρές ιστορίες περιτειώδους χαρακτήρα και παραμύθια. Το 1916 εξάλλου, σε ηλικία 16 ετών, έγραψε και τη νουβέλα Lost Laysen ,η οποία εκδόθηκε μόλις το 1996.
Τα πρώτα γράμματα τα έμαθε σε ιδιωτικό σχολείο της Ατλάντα και αργότερα συνέχισε τις σπουδές της στο κολλέγιο Σμιθ της Μασσαχουσέτης που τότε θεωρούνταν το καλύτερο κολλέγιο στην Αμερική για κορίτσια. Ο θάνατος της μητέρας της, όμως στις αρχές του 1919, την ανάγκασε να αφήσει το κολλέγιο, να γυρίσει πίσω στην Ατλάντα και να αναλάβει το νοικοκυριό.
Τον Σεπτέμβρη του 1922 παντρεύεται τον Ρεντ Απσooυ, έναν μάλλον αποτυχημένο νεαρό αλκοολικό και ο δυστυχισμένος γάμος της θα λήξει δυο μήνες αργότερα, ενώ το διαζύγιο θα βγει επίσημα το 1924. Τον Ιούλιο του 1925 η Μίτσελ θα κάνει τον δεύτερο και τελευταίο γάμο της με τον παλιό της φίλο Τζων Μάρς.
Το 1922 εξάλλου άρχισε να συνεργάζεται με την τοπική εφημερίδα The Atlanta Journal sunday magazine, κυρίως για βιοποριστικούς λόγους. Η δημοσιογραφική της καριέρα θα τελειώσει το 1926 όταν θα προτιμήσει να αφοσιωθεί στο ρόλο της νοικοκυράς αλλά και να ξεκινήσει τη συγγραφή του βιβλίου της, Όσα παίρνει ο άνεμος. Στο βιβλίο θα αφιερώσει τα επόμενα τρία χρόνια της ζωής της.
Όταν ξέσπασε ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, η Μίτσελ έγινε εθελόντρια του αμερικανικού Ερυθρού Σταυρού. Επίσης βοηθούσε στη συγκέντρωση χρημάτων με την πώληση ομολόγων του πολέμου, έγραφε γράμματα σε στρατιώτες, και επισκεπτόταν ασθενείς σε νοσοκομεία.
Η Μίτσελ ήταν μαζί με τον σύζυγό της το απόγευμα της 11ης Αυγούστου του 1949 και βάδιζαν για τον κινηματογράφο όταν ένας μεθυσμένος ταξιτζής, που εκείνη την ώρα οδηγούσε το προσωπικό του αυτοκίνητο, την χτύπησε σοβαρά. Δεν ανέκτησε τις αισθήσεις της ποτέ και πέντε μέρες μετά – στις 16 Αυγούστου - πέθανε στο νοσοκομείο.


Εξώφυλλο πρώτης έκδοσης.

Όσα παίρνει ο άνεμος (μυθιστόρημα)

Το Όσα παίρνει ο άνεμος (πρωτότυπος τίτλος: Gone with the Wind) είναι ένα ιστορικό - ρομαντικό, μυθιστόρημα της Μάργκαρετ Μίτσελ, που εκδόθηκε πρώτη φορά το 1936. Η ιστορία εκτυλίσσεται στην κομητεία Κλέιτον της Τζόρτζια και έχει επίκεντρο τη Σκάρλετ Ο'Χάρα, μία κακομαθημένη κόρη ενός γαιοκτήμονα, αλλά και τις προσωπικές της σχέσεις, ενόσω ταυτόχρονα μαίνεται ο Αμερικανικός Εμφύλιος Πόλεμος. Το ιστορικό, πλέον, μυθιστόρημα, έχει και θέματα ενηλικίωσης, ενώ τον τίτλο του τον πήρε από ένα ποίημα του Έρνετ Ντόουσον.
Το βιβλίο έως και σήμερα είναι ένα από τα αγαπημένα αναγνώσματα των ΗΠΑ, αφού έως και το 2014, βρισκόταν μονάχα πίσω από τη Βίβλο. Αλλά και κατά την περίοδο που κυκλοφόρησε έλαβε μεγάλη επιτυχία, καθώς το 1937 ήταν ήδη best-seller στις ΗΠΑ. Έως τώρα έχει πουλήσει 30 εκατομμύρια αντίτυπα.
Η Μίτσελ, το 1937, κέρδισε και το βραβείο Πούλιτζερ,για τον εν λόγω βιβλίο της, ενώ το 1939, διασκευάστηκε από τον Σίντνεϊ Χάουαρντ για την ομώνυμη ταινία, η οποία κι αυτή θεωρείται μία από τις κλασσικότερες του παγκόσμιου κινηματογράφου.Το Όσα παίρνει ο άνεμος ήταν το μοναδικό βιβλίο, που εκδόθηκε όσο ζούσε η Μίτσελ.
Η Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου το έχει κατατάξει ανάμεσα στα βιβλία που έχουν παίξει καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της ζωής των Αμερικανών.

Υπόθεση

Το βιβλίο ακολουθεί τη ζωή της πρωταγωνίστριας, Σκάρλετ Ο’Χάρα, κόρη ενός Ιρλανδού ιδιοκτήτη της Τάρα, μιας φυτείας βαμβακιού στη Τζόρτζια του αμερικανικού Νότου, τα χρόνια κατά τη διάρκεια και μετά τον Αμερικανικό Εμφύλιο Πόλεμο.
Ένα απόγευμα του 1861, παραμονές του Πολέμου, η δεκαεξάχρονη Σκάρλετ μαθαίνει ότι ο κρυφός εφηβικός της έρωτας Άσλεϊ Ουίλκς σκοπεύει να παντρευτεί την ξαδέλφη του, Μέλανι Χάμιλτον, γεγονός που θα ανακοινωθεί την επόμενη ημέρα στο μπάρμπεκιου που θα διοργανωθεί στις Δώδεκα Βελανιδιές, την οικία των Ουίλκς.
Αποφασισμένη να κερδίσει την καρδιά του Άσλεϊ, η Σκάρλετ καταφέρνει να τον απομονώσει κατά τη διάρκεια του μπάρμπεκιου και να του ανακοινώσει τον έρωτα της για αυτόν, περιστατικό στο οποίο βρέθηκε τυχαία μάρτυρας ο Ρετ Μπάτλερ, ένας πλούσιος καλεσμένος με ιδιαίτερα άσχημη φήμη. Ο Ρετ κάνει γνωστή την παρουσία του μόνο μετά την απόρριψη της Σκάρλετ από τον Άσλεϊ και την αποχώρησή του από το δωμάτιο, γεγονός που εκνευρίζει τη νεαρή κοπέλα και τη φέρνει σε σύγκρουση με τον Ρετ.
Απογοητευμένη και πληγωμένη, η Σκάρλετ αποφασίζει να δεχτεί την πρόταση γάμου του αδελφού της Μέλανι, Τσαρλς Χάμιλτον, ενώ την ίδια μέρα ξεκινάει και ο Πόλεμος. Η Σκάρλετ, μόλις 2 μήνες μετά τον γάμο της μένει χήρα και 7 μήνες μετά αποκτά τον γιο της, Γουέιντ Χάμπτον Χάμιλτον.
Κουρασμένη από τη μητρότητα και τη στατική ζωή στην εξοχή, η Σκάρλετ, μετά από προτροπή της μητέρας της, μετακομίζει στην Ατλάντα μαζί με τη Μέλανι και τη Θεία Πίτιπατ, που ουσιαστικά μεγάλωσε τη Μέλανι και τον Τσαρλς. Μαζί της στην Ατλάντα παίρνει μόνο τον γιο της και την Πάνσι, τη μαύρη σκλάβα που διατελεί τον ρόλο της καμαριέρας της.
Η Σκάρλετ σοκάρει με τη συμπεριφορά της τη συντηρητική κοινωνία της Ατλάντα, ειδικά μετά την απόφασή της να παραστεί στη χοροεσπερίδα που συμβαίνει για την ενίσχυση του αγώνα της Ομοσπονδίας, παρά το γεγονός ότι χήρεψε πρόσφατα. Στη συγκεκριμένη χοροεσπερίδα, ο Ρετ, που έχει καταφέρει μέσα σε αυτό το διάστημα να αποκτήσει φήμη και περισσότερα χρήματα με τη συμμετοχή του στον πόλεμο, προσφέρει στον αγώνα 150 δολάρια σε χρυσό για έναν χορό με τη Σκάρλετ. Αυτή προκαλεί ακόμα περισσότερη την οργή της κλειστή κοινωνίας, όταν δέχεται την προσφορά του.
Σιγά σιγά, και με την παρότρυνση του Ρετ, η Σκάρλετ ξεπερνά τους ενδοιασμούς της και αρχίζει να πραγματοποιεί την προσωπική της επανάσταση ενάντια στους κοινωνικούς περιορισμούς της εποχής.
Τα Χριστούγεννα του 1863, ο Άσλεϊ επιστρέφει με άδεια από τον στρατό και η Μέλανι μένει έγκυος στο πρώτο τους παιδί. Τους επόμενους μήνες η κατάσταση δυσχεραίνει για τον Νότο, με αποτέλεσμα πολύς κόσμος να εγκαταλείπει την Ατλάντα. Η Σκάρλετ μένει πίσω για το χατίρι της αδύναμης, εγκύου Μέλανι.
Ο γιος της Μέλανι, Μπο, γεννιέται τον Σεπτέμβριο του 1864, ενώ ο στρατός των Γιάνκηδων βρίσκεται στις πύλες της Ατλάντα. Η Σκάρλετ ζητά τη βοήθεια του Ρετ για να εγκαταλείψει την πόλη πριν την είσοδό τους σε αυτή. Αφού ο Ρετ τους οδηγήσει στον δρόμο για την Τάρα, τους εγκαταλείπει για να καταταγεί στον στρατό, αφού πρώτα εξομολογηθεί την αγάπη του στην Σκάρλετ.
Η Σκάρλετ, με πολύ προσωπικό κόπο, καταφέρνει να φτάσει στην Τάρα, όπου ανακαλύπτει ότι όλοι οι υπηρέτες τους, πέρα από κάποιους ιδιαίτερα πιστούς, τους έχουν εγκαταλείψει, οι αδελφές της είναι άρρωστες από τύφο, η μητέρα της έχει πεθάνει από την ίδια αρρώστια και ο πατέρας της έχει χάσει τα μυαλά του. Αναγκάζεται, λοιπόν, να αναλάβει τη διοίκηση της φυτείας, φτάνοντας μέχρι και στον φόνο για να διασώσει την πατρογονική της περιουσία.
Ο πόλεμος τελειώνει και οι στρατιώτες –ανάμεσά τους και ο Άσλεϊ- επιστρέφουν σπίτια τους, ενώ στην Τάρα επιβάλλεται φόρος ύψους 300 δολαρίων. Η Σκάρλετ, μη ξέροντας τι να κάνει, στρέφεται προς τον Ρετ, ο οποίος βρίσκεται στις φυλακές της Ατλάντας, καθώς η κυβέρνηση υποψιάζεται πως έχει καταχραστεί μέρος του χρυσού της Ομοσπονδίας. Χρησιμοποιώντας αθέμιτα μέσα και φτάνοντας μέχρι και το σημείο να του προσφέρει να γίνει η ερωμένη του, η Σκάρλετ δεν καταφέρνει τελικά να επιτύχει τον σκοπό της.
Ηττημένη αποφασίζει να παντρευτεί τον Φρανκ Κένεντι, έναν άνδρα αρκετά μεγαλύτερό της και παραλίγο αρραβωνιαστικό της μικρής της αδελφής, Σουέλεν, ο οποίος ωστόσο έχει την απαραίτητη οικονομική δυνατότητα. Η Σκάρλετ αναλαμβάνει τη διαχείριση του μαγαζιού του Φρανκ στην Ατλάντα, ενώ τον πιέζει να αγοράσουν και δύο μύλους, γεγονός που δυσαρεστεί και τον Φρανκ και την κοινωνία της Ατλάντα.
Ενώ η Σκάρλετ είναι έγκυος στην κόρη του ζευγαριού, Έλα Κένεντι, ο πατέρας της πεθαίνει και οι Ουίλκς μετακομίζουν από την Τάρα στην Ατλάντα, με τον Άσλεϊ να αναλαμβάνει τη διαχείριση από έναν από τους δύο μύλους.
Μια μέρα, κατά την επιστροφή της από τους μύλους, η Σκάρλετ δέχεται επίθεση από δύο άνδρες. Στην προσπάθειά του να εκδικηθεί την ατίμωση της γυναίκας του ο Φρανκ πεθαίνει. Την ημέρα της κηδείας του, ο Ρετ προτείνει στην Σκάρλετ να παντρευτούν αν και του ξεκαθαρίζει ότι αγαπάει άλλον, κάτι που συμβαίνει έναν χρόνο αργότερα, προκαλώντας τον φθόνο και το κουτσομπολιό της πόλης.
Μετά από το γαμήλιο ταξίδι στη Νέα Ορλεάνη, το ζεύγος τακτοποιείται στο νέου του σπίτι, όπου γεννιέται και η κόρης του Ευγενία Βικτώρια, με το ψευδώνυμο Μπόνι Μπλου. Μετά από μια συζήτησή της με τον Άσλεϊ, η Σκάρλετ αποφασίζει να κάνει πίσω στο δικό της μέρος της προγαμιαίας συμφωνίας και να κόψει τις συζυγικές της σχέσεις με τον Ρετ, γεγονός που τον εξοργίζει και τον οδηγεί να στρέψει όλη του την προσοχή στην Μπόνι.
Χρόνια αργότερα, ένα τυχαίο περιστατικό είχε ως αποτέλεσμα να κυκλοφορήσουν φήμες για εξωσυζυγική σχέση της Σκάρλετ με τον Άσλεϊ, φήμες που η Μέλανι αρνείται να δεχτεί αλλά εξοργίζουν τον Ρετ. Το βράδυ εκείνο επιστρέφει μεθυσμένος στο σπίτι και παραδέχεται ότι θα μπορούσαν να είναι ιδιαίτερα ευτυχισμένοι οι δυο τους αφού την αγαπάει και την καταλαβαίνει. Η συνέχεια είναι αμφιλεγόμενη, καθώς δεν γίνεται ξεκάθαρα σαφές αν ο Ρετ τη βιάζει ή κάνουν έρωτα συναινετικά.
Την επόμενη μέρα ο Ρετ φεύγει με την Μπόνι, ενώ η Σκάρλετ, κατά τη διάρκεια της απουσίας του, συνειδητοποιεί ότι της λείπει και ότι είναι έγκυος. Μετά από μια τρίμηνη απουσία, πατέρας και κόρη επιστρέφουν. Στην ανακοίνωση της εγκυμοσύνης της Σκάρλετ, ο Ρετ παραμένει σκληρός και υπαινίσσεται ότι το παιδί μπορεί να μην είναι δικό του. Αυτή εξοργισμένη προσπαθεί να του επιτεθεί και πέφτει από τις σκάλες, αποβάλλοντας τελικά.
Η σχέση ανάμεσα στους δύο συζύγους διαλύεται σιγά σιγά, γεγονός που γίνεται ακόμα πιο έντονο μετά τον θάνατο της Μπόνι σε ένα ατύχημα με το πόνυ που της είχε αγοράσει ο πατέρας της. Η Σκάρλετ κατηγορεί τον Ρετ για τον θάνατο της κόρης της, ενώ αυτός πέφτει σε κατάθλιψη.
Το τελειωτικό χτύπημα έρχεται όταν γίνεται γνωστό πως η Μέλανι, η μοναδική πραγματική φίλη και σύμμαχος της Σκάρλετ όλα αυτά τα χρόνια, αποβάλλει και βρίσκεται στα πρόθυρα του θανάτου της. Στο νεκροκρέβατό της κάνει την Σκάρλετ να συνειδητοποιήσει ότι δεν αγαπά πραγματικά τον Άσλεϊ, μα τον Ρετ.
Ενθουσιασμένη από την αποκάλυψη, επιστρέφει σπίτι για να του ανακοινώσει την επιφοίτησή της, τον βρίσκει όμως έτοιμο να την εγκαταλείψει, ζητώντας της μάλιστα διαζύγιο. Στη συζήτηση που ακολουθεί ο Ρετ και η Σκάρλετ είναι για πρώτη φορά κατά τη διάρκεια του γάμου τους ξεκάθαροι και ειλικρινείς ο ένας απέναντι στον άλλον. Η Σκάρλετ του ζητά να μείνει και σταθεί δίπλα της, εκείνος όμως φεύγει, απαντώντας της ότι δεν μου καίγεται καρφί, αναφορικά με την πορεία της μετέπειτα ζωής της.
Στις τελευταίες στιγμές του βιβλίου, η Σκάρλετ μένει μόνη της και προσπαθεί να συνειδητοποιήσει όλα όσα έχουν συμβεί. Αποφασίζει να επιστρέψει στην Τάρα, τον τόπο από όπου έπαιρνε πάντα τη δύναμή της, και να πάρει εκεί τις αποφάσεις της, αφού, όπως χαρακτηριστικά αναφωνεί, «Αύριο είναι μια άλλη μέρα».https://el.wikipedia.org/

πηγή φωτογραφίας 

Όσα Παίρνει ο Άνεμος (ταινία)

Το Όσα Παίρνει ο Άνεμος (πρωτότυπος τίτλος: Gone with the Wind) είναι επική ιστορική ρομαντική ταινία του 1939, βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα της Μάργκαρετ Μίτσελτου 1936 και σε σκηνοθεσία Βίκτορ Φλέμινγκ. Η επική αυτή ταινία είχε πρωταγωνιστές τη Βίβιαν Λι, τον Κλαρκ Γκέιμπλ, τον Λέσλι Χάουαρντ και την Ολίβια Ντε Χάβιλαντ και αποτελεί τη μεγαλύτερη εισπρακτική επιτυχία όλων των εποχών.
Η ιστορία λαμβάνει χώρα από την άνοιξη του 1861 μέχρι την περίοδο της Ανασυγκρότησης στον Αμερικανικό Νότο. Η ταινία βραβεύτηκε με 8 βραβεία Όσκαρ, ένα ρεκόρ που διατήρησε για είκοσι χρόνια.Το 1998 κατατάχθηκε τέταρτο στη λίστα του Αμερικανικού Ινστιτούτου Κινηματογράφου με τις 100 καλύτερες αμερικανικές ταινίες όλων των εποχών, αν και το 2007 μετακινήθηκε στην έκτη θέση

Η ταινία είναι βασισμένη στο ομώνυμο και βραβευμένο με Πούλιτζερ μυθιστόρημα της Μάργκαρετ Μίτσελ και η παραγωγή της έγινε από τον τιτάνα του Χόλιγουντ Ντέιβιντ Ο. Σέλζνικ, ο οποίος έδρασε καταλυτικά στην επιτυχία της ταινίας. Όμως η μεταφορά του μυθιστορήματος της Μίτσελ δεν αποτελούσε δημοφιλές εγχείρημα από την αρχή. Ο Λούι Μπι Μάγιερ της εταιρίας Metro-Goldwyn-Mayer, είχε καταδικάσει από την πρώτη στιγμή το μυθιστόρημα και δεν ήθελε να χρηματοδοτήσει την οπτικοποίησή του, ενώ την ίδια αρνητική στάση κράτησαν επίσης ο Πάντρο Μπέρμαν της RKO και ο Ντέβιντ Ο. Σέλζνικ της Selznick International.
Ο Ντάρυλ Ζάνουκ της 20th Century Fox διέθετε χαμηλό προϋπολογισμό για την ταινία, ενώ ο Τζακ Γουόρνερ ήταν ο μοναδικός παραγωγός του Χόλυγουντ που ήθελε να αγοράσει τα δικαιώματα της ταινίας για το ανερχόμενο αστέρι του, την Μπέτι Ντέιβις. Η Ντέιβις όμως, που δεν είχε προβλέψει την επιτυχία του βιβλίου και δεν είχε εμπιστοσύνη στο κριτήριο του Γουόρνερ, ο οποίος από το 1932, που την προσέλαβε, της ανέθετε ρόλους σε αδιάφορες ταινίες και απέρριψε τον ρόλο. Ο Σέλζνικ άλλαξε γνώμη για το εγχείρημα όταν η συνεργάτιδά του Κέι Μπράουν τον παρότρυνε να αγοράσει τα δικαιώματα του μυθιστορήματος.
Ένα μήνα μετά την κυκλοφορία του βιβλίου το 1936, ο Σέλζνικ αγόρασε τα δικαιώματα έναντι 50.000 δολαρίων. Ακολούθησαν τρία χρόνια κατά τη διάρκεια των οποίων ο ανήσυχος παραγωγός, άλλαξε τρεις σκηνοθέτες, ισάριθμο περίπου αριθμό σεναριογράφων και ασχολήθηκε ενεργά με την ανεύρεση των κατάλληλων ηθοποιών για τους κεντρικούς ρόλους.

Διανομή ρόλων

Η νεοσύστατη εταιρία του Σέλζνικ δεν είχε στην κατοχή της κανέναν μεγάλο αστέρα της εποχής, κάτι που τον ανάγκαζε να δανειστεί ηθοποιούς από άλλες εταιρίες. Σύμφωνα με δημοψήφισμα, το αμερικανικό κοινό ήθελε τον "Βασιλιά του Χόλυγουντ", Κλαρκ Γκέιμπλ, για το ρόλο του Ρετ Μπάτλερ, αλλά ο Γκέιμπλ ανήκε στο δυναμικό της εταιρίας Metro-Goldwyn-Mayer. Ο Σέλζνικ δεν ήθελε να δανειστεί τίποτα από την εταιρία του πεθερού του, Λούι Μπι Μάγιερ. Η πρώτη του όμως επιλογή, ο Γκάρι Κούπερ, απέρριψε τον ρόλο.Ο Τζακ Γουόρνερ προσφέρθηκε να βοηθήσει τον Σέλζνικ παραχωρώντας του τη Μπέτι Ντέιβις, τον Έρολ Φλιν και την Ολίβια Ντε Χάβιλαντ, με αντάλλαγμα τα δικαιώματα της διανομής στις Η.Π.Α. Ο Σέλζνικ θεωρούσε ότι ο Φλιν ήταν ακατάλληλος για τον ρόλο και αποφάσισε να δανειστεί τον Κλαρκ Γκέιμπλ από την MGM, με αντάλλαγμα το 50% των κερδών της ταινίας.
Υποψήφιες για τον ρόλο της Σκάρλετ ήταν οι Τζιν Άρθουρ, Λουσίλ Μπολ, Ταλούλα Μπάνκχεντ, Μπέτι Ντέιβις, Κάθριν Χέπμπορν, Τζόαν Κρόφορντ, Φράνσις Ντι, Τζόαν Φοντέιν, Μπάρμπαρα Στάνγουικ, Νόρμα Σίρερ, Μάργκαρετ Σάλαβαν, Λάνα Τέρνερ, Κάρολ Λόμπαρντ, Πολέτ Γκοντάρ, Σούζαν Χέιγουορντ, Κάρλα Μπόου, Τζόαν Μπένετ, Μερλ Όμπερον, Λορέτα Γιανγκ και Μίριαμ Χόπκινς. Δημοψήφισμα του κοινού έδινε τη Μπέτι Ντέιβις ως φαβορί, ενώ η Μάργκαρετ Μίτσελ θεωρούσε καταλληλότερη τη Μίριαμ Χόπκινς. Η Χόπκινς ήδη στα 35 της θεωρήθηκε μεγάλη για τον ρόλο. Ο Σέλζνικ, που είχε δει τη Βίβιαν Λι στις ταινίες Μέσα από τις φλόγες και Ατίθασα νιάτα, τη θεωρούσε υπέροχη, αλλά η βρετανική της προφορά δεν ταίριαζε στο χαρακτήρα της Σκάρλετ Ο' Χάρα. Ο Αμερικανός ατζέντης της Λι, ήταν ο αντιπρόσωπος στην Αγγλία του πρακτορείου ταλέντων του Μάιρον Σέλζνικ, αδελφού του παραγωγού του Όσα παίρνει ο άνεμος Ντέιβιντ Ο' Σέλζνικ.

Τον Φεβρουάριο του 1938, η Λι ζήτησε να περάσει από ακρόαση για τον ρόλο της Σκάρλετ. Όταν Μάιρον Σέλζνικ, που αντιπροσώπευε τον Λόρενς Ολίβιε, συναντήθηκε με τη Λι, κατάλαβε ότι διέθετε όλα τα χαρίσματα που απαιτούσε ο ρόλος. Η Λι είχε συμβόλαιο με τον Άγγλο σκηνοθέτη Αλεξάντερ Κόρντα, με τον οποίο ο Σέλζνικ βρισκόταν σε διαπραγματεύσεις, που αφορούσαν τον δανεισμό της Λι για το Όσα παίρνει ο άνεμος. Ο Μάιρον κάλεσε τη Λι και τον Ολίβιε στο σετ, όπου κινηματογραφούσαν την πυρκαγιά της Ατλάντα. Εκεί ανάμεσα στις φλόγες, ο Μάιρον προσφώνησε τη Λι, λέγοντας στον αδελφό του: «Έι ιδιοφυΐα! Σου παρουσιάζω τη Σκάρλετ Ο' Χάρα». Την επόμενη ημέρα, η Λι διάβασε μια σκηνή για το Σέλζνικ, ο οποίος έγραψε στη σύζυγο του: «Από εκεί που δεν το περίμενε κανείς, βρέθηκε η Σκάρλετ και είναι πάρα πολύ καλή». Οι επικρατέστερες για τον ρόλο αυτή τη στιγμή είναι: η Πολέτ Γκοντάρ, η Τζιν Άρθουρ, η Τζόαν Μπένετ και η Βίβιαν Λι. Ο σκηνοθέτης, Τζορτζ Κιούκορ, εντυπωσιάστηκε από τη ζωντάνια της Λι και συμφώνησε με το Σέλζνικ και λίγες μέρες αργότερα ο ρόλος ανατέθηκε στη Λι.
Ο Σέλζνικ προσέλαβε τον Λέσλι Χάουαρντ για τον ρόλο του Άσλεϊ Γουίλκς και την Ολίβια Ντε Χάβιλαντ για τον ρόλο της Μέλανι Χάμιλτον και τα γυρίσματα ξεκίνησαν τον Ιανουάριο του 1939.

Βραβεία Όσκαρ

Η ταινία έλαβε 13 υποψηφιότητες για τα βραβεία της ακαδημίας του αμερικανικού κινηματογράφου, σπάζοντας το ρεκόρ για τις περισσότερες υποψηφιότητες (το Όλα για την Εύα και ο Τιτανικός είναι οι μόνες ταινίες που κατάφεραν να ξεπεράσουν το Όσα παίρνει ο άνεμος, αποσπώντας 14 υποψηφιότητες).
Η τελετή των Όσκαρ έγινε στις 29 Φεβρουαρίου του 1940 στο Κόκονατ Γκρόουβ και η ταινία κατάφερε να κερδίσει 8 αγαλματίδια συν δυο τιμητικά (Το βραβείο Έρβιν Θάλμπεργκ για τον παραγωγό της ταινίας Ντέιβιντ Ο'Σέλζνικ καθώς και ειδικό βραβείο για τη σκηνογραφία του Γουίλιαμ Κάμερον Μέντζις). Μέχρι σήμερα μόνο οι ταινίες Μπεν Χουρ (Ben Hur, 1959), Τιτανικός (Titanic, 1997) και Ο Άρχοντας των Δαχτυλιδιών: Η Επιστροφή του Βασιλιά (The Lord of the Rings: The Return of the King, 2003) έχουν καταφέρει να ξεπεράσουν τα 10 όσκαρ του "Όσα παίρνει ο άνεμος". Η Βίβιαν Λι κατάφερε να υπερισχύσει έναντι ιερών τεράτων, όπως η Μπέτι Ντέιβις, υποψήφιας για "Το λυκόφως μιας ζωής" (Dark Victory, 1939) και της Γκρέτα Γκάρμπο, υποψήφιας για την ταινία "Νινότσκα" (Ninotchka, 1939), ενώ η Χάτι Μακ Ντάνιελ, η Μάμι της ταινίας έγινε η πρώτη μαύρη ηθοποιός στην ιστορία του κινηματογράφου που κατάφερε να κερδίσει βραβείο όσκαρ (τιμήθηκε με όσκαρ Β' γυναικείου ρόλου). Η νίκη της Μακ Ντάνιελ προκάλεσε συγκίνηση σε όλους τους παρευρισκόμενους. Ο Κλαρκ Γκέιμπλ που είχε ως αντιπάλους του τον Λόρενς Ολίβιε, υποψήφιο για την μεταφορά του μυθιστορήματος της Έμιλι Μπροντέ"Ανεμοδαρμένα Ύψη" (Wuthering Heights, 1939) και τον Τζέιμς Στιούαρτ, υποψήφιο για την ταινία "Ο κύριος Σμιθ πάει στην Ουάσινγκτον" (Mr Smith Goes To Washington, 1939), έχασε το βραβείο από τον Ρόμπερτ Ντόνατ για την ταινία "Αντίο, Ωραία Νιάτα" (Goodbye Mr. Chips, 1939). Η ταινία ηττήθηκε επίσης στην κατηγορία με τα τεχνικά βραβεία και τη μουσική επένδυση, τα οποία πήγαν σε μια άλλη σημαντική παραγωγή του 1939, στην ταινία "Ο Μάγος του Οζ" (The Wizard Of Oz, 1939) σκηνοθεσίας επίσης του Βίκτορ Φλέμινγκ.
Η ταινία πούλησε περισσότερα εισιτήρια στις ΗΠΑ σε σχέση με οποιαδήποτε άλλη ταινία στην ιστορία του κινηματογράφου και αποτελεί μέχρι και σήμερα έμβλημα της χρυσής εποχής του Χόλιγουντ. Θεωρείται το πρότυπο της Χολλυγουντιανής εμπορικής ταινίας, γνωστής στα αγγλικά ως "blockbuster". Σήμερα θεωρείται ένα από τα πιο δημοφιλή και σημαντικά κινηματογραφικά έργα όλων των εποχών. .https://el.wikipedia.org/









Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου